
Η σβούρα που θα'τανε κείνη τη μέρα το πρωινό (γύρω γύρω- ποτέ από χάμου προς τα πάνω, αντιστρόφως αυστηρά) κόλλησε τσιμπλόνια βαρβάτα, σχεδόν σταλακτίκτες να κρέμονται απ' τα ματόκλαδα δαύτου του καράφλα. Αναισθητικά, όνειρα-ή καλύτερα- οράματα, ΣΤΟΠ! ΠΑΜΕ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΞΑΝΑ! Άνοιγμα ματιών- ω, υπέροχα, Νοσοκομείο Αγίου Κυνοκέφαλου της Πόλης. Πετσοκομμένη μέση, τσάι, τσάι, τσάι. Τσάι μέχρι που δε μπορούσες να ηρεμήσεις και καθηλωμένος στο κρεβάτι, έστελνες βόλτες το αστρικό σου σώμα, να μαρκαλεύει νοσοκόμμες. Όλοι γνωρίζουν ότι στον Άη Κυνοκέφαλο οι νοσοκόμες είναι κυνοκέφαλες επίσης. Κουραδόμουτρα στη σειρά. Ένα τσιγάρο. Χρειάζομαι ένα τσιγάρο. Αν' αυτού σωληνομένος και να μουγκρίζω στον εαυτό μου: "είναι απλά μια εγχείρηση ρουτίνας". Τετράγωνο δωμάτιο. Ο μάγκας που'μουν εγώ στη συγκεκριμένη περίπτωση, σπαταλούσε τις περισσότερες από κείνες τις δεκάωρες παύσεις απ' τον ύπνο για να μαζεύει στον αμφιβληστροειδή του πράματα, θάματα- ΣΤΟΠ! ΠΑΜΕ ΑΠ'ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΞΑΝΑ. Δίπλα ένας πατέρας παιδιών (κάποιος πατέρας, κάποιων παιδιών) με σακατεμένο κεφάλι από ατύχημα με μηχανάκι. Να βογγάει όλη την ώρα, "Πονάω". "Είδες, υπάρχουν και χειρότερα". Ναι, μα γιατί τότε να μη παίρνω θάρρος; Όλη την ώρα καθηλωμένος. Να μπορούσα να περπάταγα για λίγο δίχως να με μαχαιρώνει το τραύμα. Μια βόλτα στον Αη Κυνοκέφαλο, ένα τσιγάρο. Αυτό. Πιο δίπλα, ένας ¨Ενοικος με καρκίνο στο κεφάλι. Κατάμαυρος και δεν έβγαζε μιλιά. Περιμέναμε όλοι στο θάλαμο πότε θα πάρει εξητήριο για να φύγει προς τις Έξω ΠΕριοχές, να πεθάνει με περηφάνια. "Είδες; υπάρχουν και πολύ χειρότερα. Μη μιλάς. Μη κουνάς το κεφάλι ειρωνικά. Σ'εμένα μιλάω! Άκουσέ με μια φορά". Ναι, μα γιατί τότε να μη μπορώ να αφήσω αυτό το ρέμμα από τσαντίλα να βγει απ' τα ρουθούνια μου και να γίνει ένα με τη πρωινή μούχλα στο ταβάνι; Παράθυρα κοπανάνε απ' τον αγέρη και σφυρίγματα από χαρακιές στο τζάμι. Άρχοντας του σύμπαντος. Νόμιζα πως έβλεπα όντα γνωστά να παρελαύνουν στο δωμάτιο- να αιωρούνται- αιωρούνται, αιωρούνται, αιωρούναι- και λέγω ύστερα: Μήπως είμαι γω, απλά εγώ;
"Ο ασθενής 53χ στο θάλαμο 201 πάσχει προφανέστατα από επιλόχεια κατάθλιψη, αγαπητέ μου σπουδαστή".
Ο ιατρός με τα ασημένια φρύδια και τη μισή μουστάκα, χαϊδολογάει έναν μαθητευόμενο, δείχνοντάς του το μπλοκάκι με τις σημειώσεις, με το άλλο χέρι του τσιμπάει το μάγουλο κι ενίοτε, αντί παιχνιδιού, το δεξί του κωλομέρι.
"Ο ασθενής 53χ λοιπόν, ναι ναι, βεβαίως... στο θάλαμο 201, υπήρξε εκ των επιφανέστερων Αρχηγών Αγέλης εις το Λόχο των Κολπικών Σκυλιών. Αυτό που θα λέγαμε, μετά συγχωρήσεως, Μπατσόνι του Κερατά. Σπανίως, σπανίως λέγω, έχει κανείς τη τύχη να συναντήσει Αρχηγό Αγέλης τόσο δοσμένο εις το κοινωνικό έργο της Πόλης, όσο αυτόν. Τόσα χρόνια εις το Λόχο, λογικότατον να παρουσιάσει επιλόχειο κατάθλιψη. Και είναι δικιά μας αποστολή, πλέον, νεαρέ μου (ατιμούτσικο), να του σώσουμε τη ζωή. ΖΗΤΩ Η ΠΟΛΗ!
"Ζήτω"
Ο μαθητευόμενος δεν αισθάνεται άνετα, με κοκαλλιασμένα δάχτυλα να του τρίβουν πλέον τα χείλη. Μα δε λέει τίποτα. Γάμα τον. Τον μαλάκα. Όπως στρώνεις κοιμήσου. Ξέστρωτος εδώ. Και δε μπορούν τα μάτια να κλείσουν με τίποτα. Αδυναμία- ω, να μια θεότητα που ποτέ δεν είχα ξανακαλέσει μέσα μου με τόσο πάθος- δε φταίω γω, οι περιστάσεις, λένε. Άσπρα σεντόνια άσπρες κουρτίνες, άσπρες φορεσιές οι νοσοκόμες, και να ανιχνεύω πού τελειώνει το ΕΔΩ και πότε ξεκινάει η τσόντα. ΣΤΟΠ- ΠΑΜΕ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΞΑΝΑ! ΔΡΑΣΗ! Ας ήτανε πορνογραφική ταινία. Μουνάρα νοσοκόμα με πανύψηλα πόδια κι ανοιχτό ντεκολτέ, με ένα πιατάκι αφρόνερο και ένα σπόγγο. "Αγαπημένε Ασθενή 23Η, ήρθε η ώρα για τις μαλάξεις στη βουβωνική χώρα" - και φωνές από αγέρη να ουρλιάζουνε, "ΤΟ ΠΕΟΣ! ΤΟ ΠΕΟΣ!". Μόλις τρεις μέρες θα χρειαστεί να μείνω εδώ μέσα, κι όμως η ψυχή μου σπαρταράει, πνίγεται, θέλει αέρα, όσο το σώμα είναι καθηλωμένος πυπρολείται η ψυχή, ξυπνάει ο Άγιος μέσα στον Λια και ουρλιάζει "Μπουρλότο όλα! Πουτάνα όλα! Ναρκωτικά! Φέρτε μου ό,τι ντρόγκι υπάρχει σε αυτό το κωλοχανείο, θα τα καταπιώ με τις φούχτες όλες! Γυναίκες! Ξύδια! Ειδάλλως θα κανω ΜΠΑΜ. Αυτό θα κάνω. Ένα μεγάλο ΜΠΑΜ". Αλλά συνέχεια τα μάτια ορθάνοιχτα, να μετράνε πόσες ρίγες έχουν τα πλακάκια στο τοίχο απέναντι. Κοντά στο εκατομμύριο, δε ξέρω, βαρέθηκε η καρδιά μου να μετράει. ΣΤΟΠ- ΠΑΜΕ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ! ΣΑΣ ΘΕΛΩ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΜΕΝΟΥΣ ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ!
-Προχτές αυτό τοτ δωμάτιο ήταν γεμάτο κοπελίτσες. Σα τα κρύα νερά. Ίσως ανήλικες, ίσως στο τσακ ενήλικες. Με ζουμερά στήθια, φουστανάκια, μπλουζίτσες που τις είχανε ανεβάσει πάνω απ' τον αφαλό. Και όλες είχαν έρθει επίσης για τη μέση τους, νεαρέ μου.
Είναι λογικότατο λοιπόν ότι αντ'αυτού, βρέθηκα στο ίδιο δωμάτιο δυο μέρες μετά, αφού είχαν φύγει. Σε ένα δωμάτιο με δυο τύπους να βογγάνε πειδή την είχαν άσχημα, πολύ άσχημα, και απέναντι δυο γριές να μου περιγράφουν τις όποιες κοπέλες του προχτές σχεδόν καυλωτικά. Ίσως και να γουστάρανε οι ίδιες, αμήν. Μέσα στη μαστούρα απ' τις αναισθησίες και την έλλειψη φαγητού, έναν χοντρό ασπρόμαυρο γάταρο είδα να πάει να κουλουριαστεί στα πόδια μου, και να κοιτάει σιωπηλά όχι τα μάτια μου, μα ανάμεσα απ' τα φρύδια μου. "Είναι η παραίσθηση του Γάτου-Πλασιέ". "Ευχαριστώ γιατρέ μου. Είναι επικίνδυνος;". "Γενικώς όχι, μα καλό θα ήτο αν σου εμφανίσει τα προϊόντα του στην επόμενη παραίσθηση, να βιαστείς να τους πεις "λυπάμαι, δεν ενδιαφέρομαι"- μη τον αφήσεις να ξεκινήσει να σου μιλάει, διότι θα'ναι αργά". "Ευχαριστώ γιατρέ μου. Θα το'χω υπ'όψην".
ΣΤΟΠ- ΚΑΛΑ ΩΣ ΕΔΩ. ΚΑΝΤΕ ΕΝΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΩΝ ΓΙΑ ΚΟΛΑΤΣΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΜΕΤΑ.
Τρυπημένη μέση. Μικρή τρύπα, σα κερματοφάγος εκ των όπισθεν. Μα πονάει σα χίλιοι διάολοι στην αρχή, δικέ μου. Αυτό. Και ο Τζόυς, να διαβάζω τον Τζόυς και να μη τελειώνει με τίποτα. Συνήθως είναι απ' τα αξιολογότερα βιβλία, ο "Οδυσσέας", ώστε να πλάθεις εικόνες βαρβάτες, την ώρα που διαβάζεις ακριβώς. Μα κείνες τις μέρες απλά διάβαζα με μάτια εντόμου, και όλες οι εικόνες κατέληγαν να μοιάζουν βιασμοί, σφαγές, ακρωτηριασμοί. Σα να διάβαζα την Παλαιά Διαθήκη. Ύστερα ανοιγόκλεινα κουρασμένα τα μάτια και κορδωνόμουνα σα το παγώνι: ω, θα πιάσω τη καλή. Ό,τι μου τροχίζει τα παπάρια και τα κάνει Δύναμη, θα'ναι κι αυτό που θα μου στάξει Θέληση. Κι η Θέληση θα μου στάξει μπερντέ, δόξα, αιωνιότητα, και γέλαγα, γέλαγα από μέσα μου με τις ώρες, λέγοντας ταυτόχρονα πως θα'ρθει η ώρα που θα φάτε όλοι ψωμί από τη πάρτη μου, κι ύστερα θα σας γυρεύω το αντίτιμο επί δέκα. Σα παγώνι. Δίχως ξύδια και ουσίες για καμιά βδομάδα. "Τσαγάκι ή γαλατάκι για πρωινό;", η εκ των κυνοκέφαλων νοσοκόμων η πρωινή- "Εξιτηριάκη παρακαλώ"- Ω,χοχοχοχοχο (γέλιο σα πριόνι, μα κατά κάποιο τρόπο στοργικό), ω-χοχοχοχοχο, είστε ένας κωμικός εσείς, ε; Οι άνθρωποι γελάνε εύκολα, λίγοι όμως με τη καρδιά τους. Ε ναι. Στου Αη-Κυνοκέφαλου. Άρχισα σε ένα κομματάκι χαρτί, μέσα στη ζάλη και τη μαστούρα των συνθηκών, να κατεβάζω αφορισμούς για τον άη-Κυνοκέφαλο. Ύστερα με πιάσανε τα μέλια. "Είδες, υπάρχουν και πολύ χειρότερα". Το γύρισα στην ειρωνία. Μα δε ξέρω πώς δουλεύει ακριβώς αυτό το μηχάνημα στο νου- πώς τοποθετείς τη γλώσσα ανάμεσα απ' τα δόντια, για να ακουστείς "είρων"; Η μυική μνήμη πάντως καλά κρατεί- κανένα γρομπούλι να μου κοπανάει το κεντρικό νεύρο, μα το κεντρικό νεύρο έχει άλλη άποψη. Σα χέστης. "Ωωωωω, αφήστε με όλοι ήσυχο! Πέρασα πολλά, δε μου αξίζουν όλ' αυτά, σας παρακαλώ και μπλαμπλαμπλα". Μπλουμ. Μπλουμ, όπως ο πρωταγωνιστής-Οδυσσέας του Τζόυς. Α-μπε-μπα-Μπλουμ. Χυδαία στιχάκια. Μωρέ κάτσε να σηκωθώ από δω μέσα. Θα καλέσω τον Όσιο Οβερντόουζ. Δέκα μέρες σε ένα πάτωμα αναίσθητος. Γνωστοί να με σκουντάνε με λαμπάδες, "Χριστός Ανέστη!!!"- αλήθεια; Ω, να πάρει. Δε τον πρόλαβα. Το υγραέριο Ιεροσολύμων πάπαλα και φέτος; Κρίμα. Σαν ένα γνωστό που το'χε γούρι, στην εκκλησιά κάθε Ανάσταση να ανάβει το γάρο του με το άγιο-φως. ΣΤΟΠ- ΠΑΜΕ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ! ΔΡΑΣΗ! ΕΜΠΡΟΣ.
Θα'θελες να φύγεις μακριά;
Αμέ, αμέ. Για την ακρίβεια, όχι πολύ μακριά, ιατρέ μου,
λίγο δω πιο κάτω, στις έξω περιοχές, να ηρεμήσει το κεφάλι μου.
ΑΛΛΑΓΗ: ΙΑΤΡΟΣ
Δεν υπάρχει περίπτωση, νεαρέ μου, πριν τη τρίτη μέρα.
Άλλωστε, πολλή μεμψιμοιρία οσμίζομαι, κάτι διόλου προτεινόμενο δια ασθενείς:
Κοιτάξτε, υπάρχουν και χειρότερα.
Σαν άλογο σε έξαψη, ήρθε η εποχή μου. Στο άλογο δε μπορείς να πεις, "Λοιπόν, άκου δικέ μου, ξέρω πως είναι η εποχή σου, μα δεν υπάρχει αλόγα δω τριγύρω να βατέψεις- οπότε, πάρε αυτό το περιοδικό με στοιχήματα ιπποδρομιών και πήγαινε στο μπάνιο, να ρίψεις μια παχιά. Με την ευχή του Χριστού και της Παναγίας". Ξύπνημα και οπτασίες. Υπέροχο συναίσθημα. Είδα μπρος στα μάτια μου ότι έπαιρνα συνέντευξη απ' τον Γιούργκενσεν, κι αυτός με ειρωνευότανε. Σπουδαία τα λάχανα. Και ο "Οδυσσέας" να μη τελειώνει ποτέ. Θα με βγάλει νοκ-άουτ πριν προλάβω να δω τι γίνεται στο τέλος. Μάλλον ο "Οδυσσέας" με διαβάζει, και όχι το αντίθετο. Υπέροχα, υπέρογκα. Μέσα στο μικρό δωματιάκι μου του νοσοκομείου. ο Άη Κυνοκέφαλος δίωχνει το Μορφέα με πέτρες και καρδόνια, κάθε μα κάθε φορά. ΣΤΟΠ- ΚΑΛΩΣ, ΚΑΛΩΣ. ΤΕΡΜΑ ΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΡΙΟ ΠΑΛΙ ΙΔΙΑ ΩΡΑ- ΜΠΡΑΒΟ ΤΖΑΚ, ΜΑΝΑΡΑ ΜΟΥ- ΚΙ ΕΣΥ, ΜΑΤΙΛΝΤΑ, ΚΟΥΚΛΑ ΜΟΥ, ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Ύστερα έτρεχα να προλάβω την επίσκεψη ιατρών. Άργησα.Ήθελα ένα τσιγάρο, ειδάλλως θα γύριζαν οι κόρες των ματιών μου ανάποδα. Ο χοντρός σεκιούριτης γέλαγε με τη ψυχή σου. "Συγγνώμη, αλλά χαρμάνιασα". Και γέλαγε ακόμα περισσότερο. Οι άνθρωποι γελάνε πανεύκολα. Αρκεί να κόψεις μάπα και να βγάλεις συμπέρασμα. Αη-Κυνοκέφαλος. Aη-Χριστόφορος σα να λέμε. Και υπέροχες, πανέμορφες προπαγάνδες. Πυλώνες μιας ζωής ολόκληρης χτισμένοι από προπαγάνδα. Υπέροχη, λαμπρή προπαγάνδα, σα σταφύλια στον αγρό, περιμένει να την ζουλήξεις, να τη τσαλαπατήσεις, και να βγάλεις μούστο στην αλήθεια. Πίνοντας αλήθεια, μεθώντας με αλήθεια- Αη Κυνοκέφαλος. Ή ο ιερός χρυσός μπαμπουίνος που έφερνε βόλτες γύρω απ' τον Θωθ. Κάθε μέρος έχει την ιστορία που του αρμόζει. Κάθε σπίτι επίσης. Κάθε τούβλο, ποτισμένο με ιδρώτα σάρκινων πλασμάτων, κουβαλάει μουρμούρες, πάθη κι αστραπές. Όπως και ένα όνομα. Άη Κυνοκέφαλος. Δε μπορούσε παρά να συγκρουστεί με τον Αη-Λια που ξεχύθηκε από μέσα μου για καμιά δεκαριά ώρες το βράδυ ως το πρωί. Ύστερα χάνομαι στη ζάλη. Ζω έναν εφιάλτη, σε μια παραλλαγή της Πόλης, όπου με τον Μπιλ ληστέψαμε μια γριά καβαλώντας ποδήλατα. Παντού Κολπικά Σκυλιά, να ξεχύνονται σα θάλασσα, πυροβολώντας εξ επαφής όποιον ποδηλάτη έπεφτε στην αντίληψή τους. "Μπιλ, μήπως έχεις και φούντα πάνω σου;" - Καταφατικό κούνημα του κεφαλιού. Σα να λέμε, "κιλά ολόκληρα". Τη πουτσίσαμε. Γωνίες και φωτάκια και πλατείες, ξάφνου νασου η Κρυφή Αυλή των Μυστηρίων, ο Κόρτο Μαλτέζε εισχωρεί στο παιχνίδι αυτό της ζάλης. Σκατά Αυλή των Μυστηρίων. Μόλις ανοίγεις τη πόρτα, κανένα μυστήριο- μόνο Κολπικά Σκυλιά να ορμάνε και να σε ξεκοιλιάζουν με τα ίδια τους τα δάχτυλα. Και ξύπνημα και ΣΤΟΠ! ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΔΕ ΤΟ ΠΗΓΑΜΕ ΚΑΛΑ, ΠΑΘΟΣ, ΘΕΛΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΠΑΘΟΣ.
Εμπρός, εμπρός καρδιά μου, να θέλω να αμοληθώ και να γραπώσω δυο-τρεις ειδικευόμενες κυνοκέφαλες και να τις αρχίσω στο χορό, μέχρι να σπάσει η μέση μου τελείως και να μείνω ανάπηρος. Κι ύστερα κάθε σταγόνα ιδρώτα θα την βάφτιζα "χαρά". "Χαρά-μου!". Και ΜΠΟΥΜ. Μπλουμ. Αυτό το βιβλίο με έχει ξεσκίσει. Αλλά έτσι γούσταρα ανέκαθεν τα βιβλία μου. Με αρχίδια. Να μη σε αφήνουνε να τα διαβάσεις με άνεση. Θυμάμαι το Ζαρατούστρα. Ω ναι. Ο Ζαρατούστρας ήτο ανήρ αρχιδάτος, τι να λέμε τώρα. Διάβαζα το βιβλίο το καλοκαίρι, μες τη σούρα κάθε δυο μέρες, τελετουργικό, και οι σελίδες του μου χαράκωναν τα δάχτυλα. Ωραίος άνδρας ο Ζαρατούστρας. Ύστερα είχα και τον πατήρ μου να με βλέπει να σηκώνομαι και να περπατάω σχεδόν τρέχοντας, δηλαδή με βάδισμα κουτσό εντόμου, δυο βήματα κάθε μισό λεπτό, και μου έλεγε, "μια ζωή σε ξέρω να καταπονείς το σώμα σου, γιατί αυτό;", δίχως να τον κοιτάξω περπατούσα κι απαντούσα: "Διότι γεννήθηκα ανήρ!" και δώστου γέλια κι αυτός κι οι νοσοκόμες- "Ανήρ ε; Έχεις και κάποια διαπιστευτήρια γι αυτό"- "Ναι γιατρέ μου, μα θεωρώ απρεπές το να σας τα παρουσιάσω εδώ και τώρα, μες τον κόσμο". Ήρθα σε διαμάχη άλλωστε με το μπέο μου αυτές τις μέρες. Έκανε νεκραναστάσεις, όρθιος σαν ασπρογέρακας τις πιο ακατάλληλες στιγμές, αυστηρά. Και μες την ανικανότητά μου να έρθω στα ίσα μου μού δώσανε μια πάπια. "Κατούρα εδώ, απαγορεύεται να σηκωθείς". Υπέροχα. Μα η πουτάνα δάγκωνε και έπρεπε να τη βαστάω απ' τα πόδια με δύναμη, για να μη τρέξει να φύγει μακριά. Ξαπλωτός δε μπορώ να ενεργηθώ. "Κατούρα, κατούρα, ειδάλλως θα σου φέρω καθετήρα"- τάδε έφη Αδερφή Προϊσταμένη. Μη σου γαμήσω τίποτα, σκεφτόμουνα. Σηκώθηκα όρθιος, έπιασα τη πάπια γερά απ' το λαρύγγι, της άνοιξα το ράμφος, τοποθέτησα στρατηγικά το μπέο μου στο στόμα της- και άδειασα, επιτέλους άδειασα. Και ήτο υπέροχα, ήτο φανταστικά. Μια μπότσα κάτουρο. Αυτό έφτιαξα. Μια μπότσα κάτουρο. Τη παραδίδω στην Αδερφή και της λέω, "Άντε, στην υγειά σου". Παλιοκάθαρμα είμαι, είναι η αλήθεια. Βρωμοβολεμένος- να, άρχισε πάλι το τραινάκι του τρόμου. Όταν δε μπορείς να κοιμηθείς, το ρίχνεις στις κατάρες προς το πρόσωπό σου, λες και έχεις μαζέψει όλα τα κακά του κόσμου. Βρωμιάρης, λέτσος, αισχρός, χονδροειδές υποκείμενο, χέστης... αρκετά, λέγω, ω εγκέφαλε. Ό,τι και να λες, δε σου δίνω σημασία- λες απλά ψέμματα, ό,τι λες δεν ισχύει. Αυτό μας έλειπε, και μια μίνι κατάθλα για 3 μέρες. 3 μέρες με το μέγεθος 3 χρόνων. Να ξυπνάει ο Αη-Λιας συνέχεια. Μα τι να πυρπολήσεις γέρο μου; Και αν πυρπολήσεις το εδώ, τι θα γίνει με το αύριο; Ποια προπαγάνδα θα θρέψει τους πυλώνες μας; Και ποιο σίχαμα-μανδύας μύξας θα μας σκεπάσει, να τζογάρουμε, είτε 8θα βγάλουμε φτερά και σαν τους γκέη της Φύσης θα πετάμε από λουλούδι σε λουλούδι (αυτάρεσκοι! εγωπαθείς!), είτε θα γονατίσουμε απ' τα μυξόνια και θα γίνουμε τροφή στο έδαφος δια τους μικροοργανισμούς της Γης- αμήν. Όλοι αυτό. Όλοι εκείνο. Μικροοργανισμοί. Ουδέτεροι. Με κάθε κίνηση, να επηρρεάζουμε και μια χιονοστιφάδα. Μηδέν, μηδέν, μηδέν- και ΣΤΟΠ. ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ, ΠΑΙΔΕΣ, ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ- (ντουντούκα βραχνιάζει), ΘΕΩΡΩ ΟΤΙ ΚΑΠΟΥ ΕΔΩ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ. ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΑΣ. ΝΑ ΣΑΣ ΕΧΕΙ ΚΑΛΑ Ο ΘΕΟΣ.
Και μπλουμ. Ύστερα το δωμάτιο αδειάζει από ήχους, μα τα μάτια δε κλείνουν ούτε τότε.