Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Ύστερα δειλιάσαν όλοι




1)ΡΕΤΑΛΙΑ
---------------

Χίλια μίλια
και πάλι ίδιες κουρούπες-
δω-κει-παραπέρα

ίσως να'πρεπε
ο προσκυνητής του Τάδε
να υπολόγιζε δις

πουρνάρια-δέντρα-δέντρα-πουρνάρια

και κάπου-κάπου
ένα σημάδι,

ίσα-ίσα
να μη χάνει το σκοπό του.


---------------------------

2)ΙΗΣΟΥΪΤΕΣ
-----------------

και ιδού!
κάποια στιγμή,
η ψιχάλα έσταξε
στο κούτελό του.

---------------------------

3)ΣΟ-ΣΟ-ΣΟ-ΝΑ.
---------------------

Ξεσάλωμα στα πλακάκια της Εδέμ-
λένε- "Φέρε μία, πάρε τρεις",
"Σούρε- κάνε- σούρσου"

ύστερα ο αυτός με το ένα μάτι
σου παίζει ζάρια
θρασύτατα συγκεκριμενοποιεί το πάρε-δώσε.
δω είμαι- δω θα'σαι,
μακριά και πέρα ανταμώνουμε,
μακριά κι αλάργα καυλαντίζουμε.

--------------------------------

4)ΜΙΘΡΑΣ
-------------

Όσα ταυριά και να μου φέρεις,
γω
μαχαίρι στο λαιμό ή τα σπλάχνα τους
δε βάνω.

Κι ας μην ανατείλει ο ήλιος
ξανά,
μαχαίρι στο λαιμό ή τα σπλάχνα τους
δε βάνω.

Όσο καυλιάρης ταύρος και να λογίζεις
ότι'σαι,
μαχαίρι στο λαιμό ή τα σπλάχνα σου
δε βάνω.

Κι ας λες ότι'σαι ο ήλιος
πάλι
μαχαίρι στο λαιμό ή τα σπλάχνα μου
δε βάνω

-----------------------------------

5)ΒΑΒΥΛΩΝΑ, ΛΕΝΕ
--------------------------

Ίσως ο ουρανός ανοίξει μια φορά
και φτύσει αηδίες για μας, μόνο για μας,
μωρό μου.

Ίσως η θάλασσα πήξει μ'αίμα
και ξεράσει ψάρια νεκρά για μας, μόνο για μας,
μωρό μου.

Ίσως τα βουνά σκόνη γίνουνε
και ψάλλουν κατάρες σε μας, μόνο σε μας,
μωρό μου.

Ίσως τα σύννεφα αίμα στάξουν
και τσιγάρα σβήσουνε σε μας, μόνο σε μας,
μωρό μου.

Ίσως η Πόρνη Βαβυλώνα ανοίξει μπούτια
και το Κτήνος γνέψει σε μας, μόνο σε μας,
μωρό μου.

Τότε θα δω πόσο πολύ με γουστάρεις κι αγαπάς
Μέσα στη στάχτη και την αντάρα,
κορμιά να φλέγονται,
κορμιά να σπάζουν σα ψωμί φρατζόλες,
ψυχές να τρέχουν,
ψυχές να χάνονται πορδές στον άνεμο
νότες υπέροχες,
Τότε θα δω πόσο πολύ με γουστάρεις κι αγαπάς
Μέσα σε πόλεμο και αντάρα,
ψωλές να φλέγονται
μουνιά να σπάζουν σα ψωμί φρατζόλες,
ψυχές να φεύγουν,
ψυχές να φεύγουν,
ψυχές να χάνονται στον άνεμο, αντάρα,
μουσική υπέροχη, κρεσέντο της στιγμής,
Τότε θα δω πόσο πολύ με αγαπάς,
μωρό μου,
μάνα, αδερφή, πόρνη και γιαγιά μου,

όσο τσιγάρο μου μένει
μέχρι να σβήσει στο κόκκινο αγέρη,

θα στέκομαι να σε παρατηρώ,
κοκκινοτρίχω Παναγία,
ξανθιά και καστανή, μαυρομάλλα
και δίχως μαλλιά Αγία,

πάνω στο βουνό από Θέληση
να χτίζεις ο,τι γκρεμίσαν,

μωρό μου,
γω δεν έχω να χάσω τίποτα-

απλά σε βλέπω

να γελάς

ενώ πιτσιλάς με αίμα

ο,τι παύει
να υπάρχει.

--------------------------------

6) ΖΙΓΚΟΥΡΑΤ ΑΛΛΑ ΜΕΤΑ ΜΗΔΕΝ
--------------------------------------------

Έχεις καρδιά και νου.

Έχεις μισή ζωή να κάνεις,
και μισή να μετανιώσεις.

Έχεις πνεύμα σάρκα.

Έχεις μισή ζωή να μετανιώσεις,
και μισή να κάνεις.

-----------------------------------

7) ΤΟ ΑΡΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ-ΛΙΑ ΕΜΕΙΝΕ ΑΠΟ ΛΑΣΤΙΧΟ
---------------------------------------------------------------------

Όσες φλόγες και να φτύσεις
στην εθνική παραλίγο να ψοφήσεις,

άχαρο, ανεύθυνο,
ανώριμο, αλκοολικό

παλιόπραγμα

--------------------------------

8) ΚΑΙ ΜΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ
--------------------------------------------

Όταν είπες,
"φοβάμαι. είμαι μόνος. Αν ψοφήσω, τι;"

έφτιαξες θεούς.

-------------------------------------------

9) ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΩΝ ΚΥΚΝΩΝ
---------------------------------------------------

Δε θα σε αφήσω να μου λες
ξανά και ξανά
τι πρέπει δήθεν να κάνω
για να βρω ηρεμία.

Αν ηρεμία βρίσκω
ξανά και ξανά
σε άδειους πάτους και χαμπέρια,
άδεια μάτια και χαμπέρια,

Τότε θα ματώσω
ξανά και ξανά
μέχρι να αποφασίσω ότι η μάχη χάθηκε,
ο πόλεμος συνεχίζεται.

------------------------------

10)ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑΣ ΝΑ ΚΑΙΕΙ ΣΤΟ ΛΑΡΥΓΓΙ
------------------------------------------------------

Κλάσε μου τ'αρχίδια.
ο,τι ξέρει ο καθείς να κάμει, ας κάμει.
Μισόγελα εδώ και κει
πάνου χάμου,
παιδιά από μήτρα ευθύνης να πετιούνται
να πετιούνται
να πετιούνται,

όσο συνεχίζεις να τα πετάς

θα συνεχίζω να σου λέω

πως ο αετός και το φίδι

δε πετάν μαζί,

μόνο φαγώνονται.

-------------------------------

11)ΟΣΟ ΚΑΙ ΝΑ ΚΛΑΙΣ, ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ
----------------------------------------------------------

Υπέροχη γυναίκα
σου γεμίζει καφέ
ένα πλαστικό παπάρι.
Γραπώνεις και συνεχίζεις
μες το πρωινό που
όπου να'ναι παραιτείται.
Πρέζοι, κωλόγριες και σκατόφατσες,
ο,τι φτιάξαμε με κόπο
είναι αυτά.
Τσιμέντο, ζέστα γκαργκαμπίλα.

Ο,τι σε φοβίζει,
είναι εδώ για να σε κάμει άνδρα.

--------------------------------------

12)Η ΚΥΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΥΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΥΡΑ ΜΑΣ
---------------------------------------------------------------------

Πιθανώς να ζει η Κυρά μας

σε βάλτους με σκατά και μπίχλα.

Μα ποτέ δε θα δεχτεί

να τηνε πεις "βρωμιάρα".

Πιο πέρα, στο πεζοδρόμιο, τρια βρομόσκυλα αλυχτάν
το ένα έχει δέρμα δίχως δέρμα,
το άλλο μάτι και ουλή,
το τρίτο περιμένει το φεγγάρι για να ζήσει-

περίμενα καιρό για να σε δω ξανά,
άργησες μα ήρθες πάλι,
δε με νοιάζει πού ήσουν,
δε με αφορά τι έκανες τόσο καιρό,

καλωσόρισες ξανά,
μισή ψυχή μου σακατεμένη,
μισή καρδιά μου ήμερη,

μισό σκοτάδι που σε θρέφω
σα σκατό πηχτό,
στη κούπα της Κυράς μας-

σώματα θα πέσουν

σώματα θα σπάσουν

μα εγώ θα σε χτυπάω στον ώμο στοργικά
αιώνια
θυμίζοντάς σου
τι μαλάκας είσαι.






Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Σημειώσεις απ' τη Πόλη 0




"έμεινα μισή ώρα λιπόθυμος μέσα στο λιοπύρι και στα τσιμέντα ανάμεσ' αναστέναζα και να, που πέρασα τη δίκη, αθωώθηκα. Οι στιγμές και μόνο αυτές με θέλουν ζωντανό".

συνεχίζαμε να περπατάμε προς τα ευθεία και πού και πού κοζάραμε ό,τι έμοιαζε ιδιαίτερο. Όλα έμοιαζαν ιδιαίτερα. Γιατί αυτή η πινακίδα δείχνει στη στροφή; Γιατί έχουνε τέτοιο χρώμα οι πορτοκαλιές; Τι μούτρα είναι αυτοί οι περαστικοί δίπλα μας; Ποιες οι πιθανότητες; Και ποιος έφτιαξε ό,τι φτιάνεται;

"ας είναι η στιγμή, ας είναι η στιγμή μόνο και ας πάει εις άπειρον. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Βαδίζουμε ομπρός τραβάμε τη κόκκινη κλωστή και ας πάει. Ύστερα μας τραβάνε άλλοι. Για να δεις! Μόνο και μόνο για να αποφασίσουμε ότι μένουμε στο έλεος του κανενός και του τίποτα. Κατανοείς. Σα τη γερή, φιλική παλάμη να χτυπάει τη πλάτη σου, πριν κοιτάξεις χάμου και δεις μισό γκρεμό, με το ένα σου πόδι ήδη στον αέρα."

Σα ψευτο-υπόσχεση ας πούμε. Κάπως έτσι του λεγα πως καταλάβαινα αυτά που μου τζαμπούναγε, μόνο και μόνο επειδή ήταν χεσμένος. Μα σίγουρα με είχε βάλει στην ίδια διάθεση, και τώρα περίμενα να δω κρυφές αυλές ν'ανοίγουνε κει που δεν έχει καν φράχτη, και τώρα παρατηρούσα πόσο όμορφα φύτρωσαν μούχλες και πρασινάδες στους τοίχους κείνης της παρατημένης καμπίνας πρώην φύλακα τρένων, και τώρα έβλεπα κάθε πέτρα με κοκκινόχωμα να πήζει ζέστη και βόλη, κάθε μία ξεχωριστά.

"μακριά απ' τη Πόλη. Σπουδαίες αποφάσεις. Μα μέσα στη φάση σου ψοφάς, με κατανοείς; Δε μπορεί κανείς να είναι μακριά απ' τη Πόλη επ' άπειρον  δίχως να πετάξει ένα δέρμα του στα σκουπίδια. Μέσα στα ντέρτια σου δίχως νταλαβέρια με τερμίτες και ακρίδες, ψοφάς. Αυτό ακριβώς. Όπως μέσα στις ακρίδες και τερμίτες φτιάνεις νέα ντέρτια. Και ύστερα επιστρέφεις εδώ και ανεβαίνεις σε ένα ύψωμα και απλά έχει σιωπή, και σωπαίνεις. Ύστερα ξανά απ' την αρχή".

Ομολογώ πως δεν έχω όρεξη για διαλέξεις αυτή τη στιγμή. Στρίβοντας όλο ευθεία και δεξιά κοπανιέμαι κατά λάθος στα πλακάκια ενός απ' τους σταθμούς μεταφοράς του Κέντρου της Πόλης, και είμαι και μοναχός, εξαφανίστηκε ο έτερος Καππαδόκης. Φοβίες και ημιπαράνοια καθώς οι ήχοι πενταπλασιάζονται σε ένταση, ένα μικρό παιδί με σχολική τσάντα περνάει από πίσω και η αίσθηση της αφανωτής τρίχας του που γλύφει την επιφάνεια του λαιμού μου κατά λάθος με κάνει να νομίσω πως κάτι με απειλεί, στιγμιαία. Επίσης με το μυαλό μου περιμένω Κολπικά Σκυλιά οπλισμένα σαν αστακοί να ορμήσουν απ' το πουθενά και να μου σακατέψουν το λαρύγγι, πριν με οδηγήσουν για απολογία. Στιγμιαία όλα. Η παράταξη εσχατολόγων της Πόλης διοργανώνει πορεία ακριβώς πάνω απ' το σταθμό, κοπανάνε ταμπούρλα και φωνάζουν προσευχές στους πόλους για να λιώσουνε, να μετακινηθούνε και να αρχίσει να στροφάρει το ρολόι της σκέψης μας με ιλιγγιώδεις  ταχύτητες και να σπιντάρουμε προς το Ένα όσο πιο γρήγορα γίνεται. Στον αντίποδα, το Κόμμα Μηδενιστών Πόλης, απαντώντας σε ερώτηση τηλε-στόματος σχετικά με το ενδεχόμενο συνεργασίας και αλληλοστήριξης των δυο παρατάξεων, όπως τέθηκε εκ του εκπροσώπου των Εσχατολόγων, δήλωσε πως όλα είναι σκατά ούτως ή άλλως και καμία συνεργασία δε θα αποφέρει καρπούς, συνεχίζοντας λέγοντας πως και οι ίδιοι οι Μηδενιστές είναι τα ίδια σκατά και απορεί γιατί ακόμα υπάρχουν στον πολιτικό χάρτη, απ' τη στιγμή που κι αυτός είναι σκατά και δε μπορεί να γίνει τίποτε για να αλλάξει. Έντονες οι αντιδράσεις του αρχηγού των Εσχατολόγων, ο οποίος απαρίθμησε άλλη μια φορά, όπως συνηθίζει να κάνει σα πάγια τακτική της επιχειρηματολογικής του στρατηγικής, πως λαοί προ Πόλης είχαν προβλέψει το μη αποδράσιμο κλείσιμο των εποχών, και πως όλοι πρέπει να στηρίξουμε αυτή τη νέα ευκαιρία για αλλαγή ή τίποτα.

Αυτά βέβαια τα διάβασα στα γρήγορα από κάτι πρωτοσέλιδα από εφημερίδες που φερε στο σπίτι η κοπέλα μου, κατά τ'άλλα έφυγα στις έξω περιοχές για δυο μέρες για να επιλέξω σε ποια παράταξη της Πόλης θα δώσω συγχωροχάρτι, ώστε να μη τουφεκιστεί μετά τα αποτελέσματα των εκλογών λόγο αποτυχίας κατοχύρωσης θεοτήτων στα πρακτικά της Πόλης. Υπέγραψα με μεγάλα μπλε γράμματα, έβαλα και τη σφραγίδα έγκρισης, και έχωσα το συγχωροχάρτι στη μεγάλη μπλε κούτα του Κέντρου Συγχώρεσης της περιοχής μου- υπέρ των Προμηθεϊστών, δε ντρέπομαι να αποκαλύπτω τις πεποιθήσεις μου στο χαρτί. Αν και οι Προμηθεϊσται δε τραβάνε, το βλέπω για εκτέλεση και θεωρώ κρίμα, το να εξαφανιστεί ο Προμηθέας και όλη η ουρά από παρεμφερείς περσόνες ανά την ιστορία, από προσώπου Πόλης. Δε τραβάνε όμως, και μάλλον θα χουν την ίδια τύχη με τους Μολωχιστές προ εξαμήνου. Αντίθετα, χάρηκα με την είσοδο των Αυτοκρατορικών στα λημέρια των Ζωτικών Οργάνων της Πόλης. Κι αυτό γιατί θα τους αναγκάσει ίσως να φλωρέψουν τρόπο τινά επίσης. άλλωστε σα παράταξη το μόνο που τους ενώνει είναι ο φόβος για τις οποιεσδήποτε θεότητες πλην του Δικού τους,        Αυτοκρατορικού Αυτοκράτορα της Αυτοκρατορίας- πού να στα λέω και πού να με πιστεύεις, ένα τσιμπολόγι από δοξασίες λαών των έξω περιοχών, που γύρισε σε τσιμπολόγι κοινών γραμμών με τους Εωσφοριστές, και στη συνέχεια κατέληξε φερέφωνο της δόξας της Πόλης, πιο απρόσωπο από πριν ακόμα, ο φόβος τους όμως για το δικαίωμα του καθενός να χτίζει τις οδούς του γυρνάει σε μίσος, και οι τύποι απλά σπάνε τ'αρχίδια όλων των Ενοίκων. Φέτος, ακόμα και μιλώντας με μπάρμπες ξεχασμένους των έξω περιοχών, όλοι τσιμπήσανε στο δόλωμα: Οι θεότητές του είναι ανήθικες. Οι θεότητες όσων δε μιλάνε τη γλώσσα της Πόλης είναι για το κακό της Πόλης. Χάος και απανθρωπιά. Εμείς είμεθα οι Ένοικοι οι Βέροι, οι ντόμπροι- και δε χρειαζόμεθα θεότητες, χρειαζόμεθα το κατασκευασμένο τηλεχειριζόμενο ανθρωπάριο-μινιατούρα της Πόλης, τον ωχρό και ετοιμοπόλεμο Αυτοκρατορικό Αυτοκράτορα της Αυτοκρατορίας- να σφουγγαρίσει και να ξεβρωμίσει ο Τόπος. η Πόλη μας. Για να τη βρωμίζουμε μόνο με την ωχρή μονοτονία μας, με τα γκρινιάρικα φαφούτικα στόματά μας- εμείς, οι Βέροι Ένοικοι! Οι απογοητευμένοι και πατημένοι! Να πάρουμε πίσω της δουλειάς μας, που μας πήραν- αν φύγουν τα παράταιρα στοιχεία, θα ελευθερωθούν θέσεις εργασίας- θα μπορούμε και μεις να καθαρίζουμε παρμπρίζ και να πουλάμε μύξες και ελικοπτεράκια με φωτάκι στις πλατείες. Εμείς, οι Βέροι της Πόλης, οι Αυτοκρατορικοί.

γυρίζει ακόμα όμως η παράσταση μες το θάλαμο μεταφοράς και στριμωχτήκαμε και όλοι για να φτάσουμε κομπόστα παστουρμάς πίσω στα φυλάκια-διαμερίσματά μας. Στη πορεία χαζεύει κανείς το καλοκαίρι, όπως αντανακλάται σε ανοιχτά ντεκολτέ και γυναικείους κώλους, αναρωτιέται, δε, ο απλός Ένοικος δίχως αισιοδοξία για τίποτα, καλά κάνω και αρμέγω τα ίδια βυζιά της ίδιας Πόλης κάθε μέρα; Και από πάνω, πανταχού παρούσα, η Ιξτάμπ- διότι η καλοκαιριά θα γίνει αίμα, το χάδι ηλίου θα γίνει λίβας, και σα τις κατσαρίδες σα σε ζάλη θα πέφτουμε ένας ένας στα τσιμέντα πάνω, φρυγανιές για το πηχτό σκατό που πίνει η Κυρά μας, η Εποχή μας, η Ιξτάμπ. Μέσα στο τρέμουλο είπα ν'ανάψω ένα τσιγάρο και να το περπατήσω στο κέλυφός μου για απόψε, ύστερα όμως σταμάτησα και χάζευα ένα μεγάλο δέντρο, δίπλα στη πλατεία, μου φαινόταν χονδρό και όμορφο, και όντως είχα δίκιο. 

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Σημειώσεις απ' τη Πόλη Χ4: Κρόνος/Σάνι


Δεν υπήρχε καμιά όρεξη για συνομιλίες πριν τρία απογεύματα, μεταξύ των Γκρι Κοστουμιών, των μελών της προαναφερθείσας οργάνωσης για την ακρίβεις, μαζεμένοι, στοιβαγμένοι μέσα στο μικροσκοπικό μεταμεσονύχτιο καφεδάδικο (κόκκινο και άσπρο χρώμα στους τοίχους, γυαλιστερός αν και φαγωμένος πάγκος αντί μπάρας, βαριεστημένες μεσήλικες σερβιτόρες, δίπλα απ' το δρομάκι που βγάζει στο Μεγάλο Πάρκο της Πόλης), ύστερα από έκτακτη εντολή της Μεγάλης Γκρι Γραβάτας, ή δάσκαλο της Στοάς των Γκρι Κοστουμιών. Φήμες ομιλούσαν περί αδυναμίας, αποτυχίας της οργάνωσης (ομάδας) να εκτελέσει εξόχως, τίποτε λιγότερο τίποτε περισσότερο, μια απ' τις προγραμματισμένες τελετουργικές δραστηριότητες του τρέχοντα Μήνα. Περισσότερο σούσουρο, όμως, προσθέτει ότι στη πραγματικότητα, επρόκειτο περί φιάσκου, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στην αντίπαλη σε γόητρο Στοά των Γκρι Κοντομάνικων να αδράξει την ευκαιρία, να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των περιστάσεων, και συνεπώς να αποκτήσει περισσότερη προβολή και θαυμασμό απ' τους Νευρο-Αποκρυφιστές της Πόλης. Αυτά τα γνωρίζω από πρώτο χέρι, μιας και μου'πιασε τυχαία τη πάρλα ένας τύπος, όντας στο ίδιο μαγαζί πριν απ' τους αγαπητούς Τέκτονες της Μόδας μας και οι δυο μας, ο οποίος βγήκε κοινός γνωστός με έναν τύπο που κάποτε του είχα κατουρήσει τη ντουλάπα μεθυσμένος ενώ με φιλοξενούσε, οπότε αρχίσαμε να κερνάμε ο ένας τον άλλο μέχρι που σα χαζοί φωνάζαμε και γελάγαμε δυνατά και μοιραζόμασταν μυστικά και ντέρτια βλακωειδώς, και εν τέλει κει που πήγαινα να σκεφτώ ότι είμαι ένας ανόητος που κάθομαι και τσαμπουνάω τα δικά μου σ'έναν σούρα άγνωστο, κείνη την ώρα του τύπου (μεγάλο σαγόνι, αξυρισιά, μεγάλο κούτελο, κενό ανάμεσα στα δόντια άνω ούλων) του ξεφεύγει ότι είναι λογιστής της Στοάς των Γκρι Κοστουμιών, και ότι έγινε της κακομοίρας πριν λίγες μέρες επειδή η Στοά λέει των Γκρι Κοντομάνικων έστειλε και περιπαιχτικό κιβώτιο με ένα ευνουχισμένο κριάρι στη Στοά τη δικιά τους. Πρόσθεσε ότι αυτό θεωρείται μάλλον μέγιστη προσβολή απ' τους Τέκτονες Μόδας μιας και το κριάρι είναι το σύμβολο του Αυτοκράτορα στα Ταρώ και επειδή ο Αυτοκράτορας είναι εμείς στην αρχή του πνευματικού ταξιδιού έχοντας αφομιώσει συναίσθημα και φαντασία και τώρα αποζητάμε τη λογική και τη σκέψη αυστηρά και σαν πρόοδο, το να ευνουχίσεις λοιπόν το κριάρι και να το στείλεις πακέτο ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου τόπω τινά, και μου λεγε κι άλλα κι άλλα και συμβολισμούς και δώσε και τον κοίταζα με μισόκλειστα μάτια και μισάνοιχτο στόμα να χάσκει όσο μπορούσε βλακωδώς και να στάζει σάλιο, και δε καταλάβαινα τίποτα, του λέω λοιπόν: Φαίνεται ότι έμαθες πολλά στη Στοά, πόσα χρόνια δουλεύεις εκεί; Μου απαντάει, Τρία χρόνια, και μη νομίζεις, τα μαθαίνω ακριβώς επειδή τα ακούω τριγύρω να τα συζητάνε, αλλά δε δίνω σημασία, κοιτάω τη δουλειά μου, και ύστερα όταν τελειώνω συνειδητοποιώ ότι τα θυμάμαι όλα τέλεια. Είσαι καλός στη δουλειά σου; (ρωτάω για να χω απλά κάτι να πω). Α, η αλήθεια είναι ότι έχουν κάποια παράπονα- ίσως πρέπει να προσπαθώ παραπάνω, ξεχνάω εύκολα αριθμούς. Ένας λογιστής που ξεχνάει αριθμούς! (φώναξα δυνατά δίχως να το καταλάβω, μιας και μου φάνηκε πολύ αστείο τότε, διάφοροι φορτηγατζήδες μουρτζούφλιασαν καθώς μασούλαγαν ένα κομμάτι βούτρο με ψωμί πάνω απ' τον καφέ κατάμαυρο)- ίσως θα' πρεπε τότε να συγκεντρώνεσαι στα περί Στοάς που ακούς, και αδιάφορα να κάνεις τα λογιστικά την ίδια στιγμή. Ω, δε ξέρω (φαίνεται να στράβωσε- δε συνεχίζω άλλο τη κουβέντα).

Το λοιπόν η Μεγάλη Γκρι Γραβάτα, εμφανίστηκε στο κέντρο του τραπεζιού (λεπτός τύπος, ίσως κοντύτερος απ' ό,τι δείχνει. Γυαλιστερά παπούτσια. Ξυρισμένος στην εντέλεια, με μεγάλες λευκές φαβορίτες και χοντρή στρογγυλή μύτη. Γύρω στα 57. Φοράει προφανώς ένα αψεγάδιαστο, πεντακάθαρο Γκρι πουκάμισο. Εϊναι ο μόνος επίσης απ' τα μέλη της Στοάς που φοράει μια Γκρι Γραβάτα. Δείχνει έντονα προβληματισμένος).

"Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που απαντήσατε στο κάλεσμά μου αυτό. Με τιμάει η υπακοή σας στους Νόμους της Στοάς. Μου δείχνει ότι είστε όλοι άτομα ειλικρινή και στα οποία μπορεί να βασιστεί κανείς, κάθε στιγμή. Έτσι δεν είναι; Τέτοια άτομα δεν είστε;"
-νεκρική σιγή, ίσως μερικά αγχωμένα στραβά χαμόγελα απ' το τραπέζι-
"Αφού λοιπόν είστε τέτοιας ποιότητας άνθρωποι, και το πιστεύετε απ' ό,τι κατανοώ κι εσείς οι ίδιοι, μπορείτε να μου πείτε πώς στο διάολο καταφέρατε και τα κάνατε σκατά πάλι;".
-άβολη ατμόσφαιρα. Ήδη τα πρώτα κεφάλια κατεβαίνουν-
 "Τα δεδομένα που είχαμε στα χέρια μας είναι απλά. Θα επικαλεστούμε τον Κρόνο, και σα μπαταρία για την επικοινωνίας μας, θα χρησιμοποιήσουμε μια σκεπτομορφή του Σάνι. Ο οποίος άλλωστε ήταν και περίπτωση λουκούμι, μιας και αποτελεί τα αντισώματα του Κρόνου. Σα να λέμε, καλά μου παιδιά, τριπάρετε, καλέστε τον Σάνι, ύστερα κάψτε τον και εκτελέστε ακριβώς, βήμα βήμα, τις οδηγίες στη σελίδα 5 για να πιάσουμε γραμμή με Κρόνο. Σα να λέμε, παιδάκια να ποτίσω και να τα βάλω να μου κάνουν τη δουλειά, το κάνουν στο πιτς-φυτίλι. Γιατί λοιπόν, δε μπορέσατε να κάνετε τίποτα; Γιατί ούτε καν το Σάνι δε μπορέσατε να φτιάσετε, γαμώ τα κεφάλια σας, γαμώ;"
 -κάποιος σηκώνει το χέρι δειλά για να πάρει το λόγο. Αγνοείται-
"Κι ύστερα, έρχονται και αυτοί οι... θρασύδειλοι, οι ρεφορμισταί, οι αιρετικοί, και μας πουλάνε και μούρη. Κριάρι μας στείλανε μουνουχισμένο προχτές. Το ανέχεστε σεις αυτό απ' τον εαυτό σας; Φαντάσου. Πάρτι θα κάνανε. Γραμμή με Κρόνο. Έτοιμοι για όλα, σα να λέμε. Το παρόν τους εδραιώθηκε, γιατί ακριβώς πλέον "χρόνος" για αυτούς, είναι απλά το διάστημα απ' τη κατανόηση και δημιουργία μιας επιθυμίας, μέχρι τη πραγματοποίησή της. Υπέροχα. Απλά Υπέροχα. Ακόμα και κείνα τα μηδενικά, τα τσίρκουλα οι Μολωχιστές που πλέον δεν είναι Μολωχιστές διότι διαλύθηκαν, πήραν αέρα και βγήκε ο χοντρομπαλάς ο πρώην ΑρχιΜολωχιστής κι έλεγε τα δικά του στις εφημερίδες της Πόλης. Ρεζίλι των σκυλιών. Ρεζίλι. Των. Σκυλιών".
-κανείς δε δείχνει να μιλάει-
"Όποιος από σας δε πιστεύει ότι έχει ό,τι χρειάζεται για να είναι αδελφός μας, ας βγάλει το γκρι πουκάμισό του και ας αποχωρήσει μια και καλή. Όποιος πιστεύει ότι έχει να συνεισφέρει στο γενικό όραμα της Στοάς μας, ας παραμείνει"
-πανικός! Όλοι οι Γκρι Κοστούμηδες, δυσανασχετώντας και βρίζοντας και φωνάζοντας, πετάνε τα πουκάμισά τους και σηκώνονται όρθιοι- όλοι, εκτός από έναν, ο οποίος περήφανα σχεδόν, μένει δίπλα απ' τον Μεγάλο Κοστούμη. Ο τελευταίος εμφανίζει ένα απρόσμενο μειδίαμα στα μούτρα του, και ανοίγει τις αγκάλες του-
''Καλά μου παιδιά! Το'ξερα ότι θα είσασταν όλοι σε θέση να αντιληφθείτε το αστείο, το Ανέκδοτο. Μα ναι. Διότι μόνο όποιος βγάλει το παλιό του δέρμα, μπορεί να προσεγγίσει τον Όφι Αβραξά στα πόδια! Να μπορεί δηλαδή δικαιωματικά να είναι μέλος της στοάς μας! Αν δε φύγεις, δε μπορείς να μένεις! Ω, πραγματικά με κάνει αισιόδοξο αυτό, για το μέλλον της Στοάς μας! Ελάτε στην αγκαλιά μου- μόλις ανεβήκατε ένα βαθμό- προάγεστε εις το βαθμό δηλαδή των Γκρι Κοστουμιών με Γκρι Μαντήλι στη τσέπη!"
-γέλια και επευφημίες και κοίτα που όλοι ξαναφοράνε τα κοστούμια τους περήφανα, σα να μην έγινε τίποτα, και ξανακάθονται στο τραπέζι.Πουτάνα ειλικρίνεια, ε; Και ο προηγούμενος τύπος που πριν έμεινε ακλόνητος στα πιστεύω του και στήριξε τον Δάσκαλό του, αρχίζει τώρα να κατανοεί το Ανέκδοτο- και δε γελάει μία. Μεγάλο Κοστούμι γυρίζει προς το μέρος του υποτιμητικά-
"Όσο για σένα, αδερφέ Γεράσιμε. Θεωρώ ότι κατανοείς τη θέση σου. Είσαι στέρεος, παραπάνω στέρεος απ' ό,τι χρειάζεται για την Εποχή της Ιξτάμπ. Παραμένει πάνω σου η γοητεία του τρελού, η έξαψη του μηδενός για να γίνει κάτι, μα πρόκειται περί μιας γοητείας που δεν καλυτερεύει όσο ωριμάζει- και ήδη είσαι στη Στοά χρόνια. Οπότε, θα γίνεις ο αποδιοπομπαίος τράγος μας, ο μεραής μας"
-οι τύποι αρπάζουν τον μέχρι πριν αδερφό τους, του βγάζουν το κοστούμι, τον αφήνουν με το σώβρακο, και του φοράνε δυο τσίγγινα κέρατα και του βάζουν κι ένα ξεσκονόπανο εις το κώλο. Τον αφήνουν και τον διώχνουν. Κανείς δεν έδειχνε να νοιάζεται για τα τερτίπια τους, ο ιδιοκτήτης τους ανεχόταν διοτί ήταν οι σταθερότεροί του πελάτες-
"Είθε μαζί σου να φύγει και η κακοτυχία μας. Εμπρός".

Οπότε, γω τότε έβγαινα απ' το μπάνιο, και κούμπωνα σουρωμένος το παντελόνι επειδή μόλις είχα κατουρήσει δηλαδή, και βλέπω εναν τύπο ας πούμε ξεβράκωτο, με κέρατα και ένα ξεσκονόπανο να του κρέμεται απ' το κώλο, να πίνει ουίσκια και να βρίζει ενώ σιγά σιγά κοκκίνιζε και παραμίλαγε. Αποφάσισα πως δεν είχα καμία όρεξη να μπλεχτώ στο θέμα. Δεν ήξερα τότε, βέβαια, τι ήταν αυτός, μα ναι, θεώρησα πως δεν ήταν αυτή η μορφή εφαλτήριο για μια αποδοτική βραδιά ή μια όμορφη περιπέτεια, τι να κάνουμε; Φεύγοντας μου'πε "Να μη μπλέξεις με καμιά Στοά. Ποτέ" και τραύλιζε απ' το πιοτί, ναι δικέ μου του λέω, μακριά δε γουστάρω μία, με'πιασε απ' τον ώμο και μου πε περήφανα "εγώ ήμουνα κει που δεν είσαι...και, δηλαδή, εκεί που δε θα πας ήμουνα. Και τώρα δεν είμαι. Όπως και συ που δε πήγες ποτέ, δηλαδή...". Ναι, ναι, το λοιπόν να'σαι καλά- και συ να'σαι καλά και μακριά από τις ΣΤΟΕΣ τους ΜΑΛΑΚΕΣ- φώναζε ο τύπος πλέον και γινόταν επιθετικός κοιτώντας τα Γκρι Πουκάμισα με Τα Γκρι Μαντήλια πλέον στη Τσέπη να μοιράζονται ένα γιγάντιο τσουρέκι ή κάτι παρόμοιο, το λοιπόν είπα να απέχω λίγο διάστημα από κείνο το μαγαζί, επίσης ο λογιστής της Στοάς μου'χε πει σουρωμένος να τον πάρω τηλέφωνο την επόμενη μέρα για να με μπάσει στη Στοά έστω και σα καθαριστή, μιας και χρειαζόμουν μια δουλειά για να παραμείνω στη Πόλη. Ακόμα κι αν δε πίστευα ότι θα βγει κάτι, περπάτησα μέχρι το σπίτι σε ίσιο δρόμο δίχως λακούβες ενώ το βράδυ (μπλε σκούρο σα να περπάταγες μέσα σε τεράστιο κοράλι) τυλιγόταν σα κουρτίνα και μου γαργαλούσε το κούτελο, η Εποχή ήταν ακόμα η Ιξτάμπ αλλά πλέον με φλέρταρε ανοιχτά.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Σημειώσεις απ' τη Πόλη Χ3


Κοπάδιασαν κι ύστερα ερήμωσαν- το αυτό. Περί κρικέλας κι αλυσίδας ας πούμε ο λόγος. Κοιτάς να σου κάνουνε σινιάλα κι είναι απλώς πνιγμένοι. Υπέροχα. Αναρωτιόταν περπατώντας ο υποθετικός Σακάτης, λέγοντας, μουρμουρίζοντας σε αόρατα αυτιά πλην των δικών του: "Δηλαδής βλέπω ότι δε μηδενίστηκαν οι σεξουαλικές μου επαφές λόγο κατάστασης". Κι ύστερα ξυπνάει ο δανδής μέσα απ' τη γλώσσα: "το υποθετικό μηδέν είναι ένας υπέροχος αριθμός, φανερώνει την αρχή του ταξιδιού, την ετοιμότητα για κάθε αλλαγή που θα σου εμφανιστεί, να την αρπάξεις, να γίνεις, να δεις το κόσμο μέσ' από νέα μάτια απλά και ξάστερα. Μα σε ό,τι αφορά το γαμήσι, δε με καλύπτει καθόλου. Άλλωστε πώς κανείς να είναι τόσο άκαρδος και χέστης, που με τη πρώτη λαβωματιά παραδίνεται, πετάει τα όπλα, απ' το να γίνει κοινωνός αυτού του υπέροχου μυστηρίου αλληλοκατανόησης σαρκός;". Τρομπέτες και βεγγαλικά- φοβερό οίστρο ο νεαρός. Παραπέρα είναι ο κοντοκουρεμένος τύπος με το μπουφάν στα μέσα Ιούλη και τις φόρμες, που ανακατεύει τόσο ατσούμπαλα το σέηκερ που καφές χύνεται και πιτσιλάει όλο το τοίχο, και όχι μόνον αυτό, μα ο τύπος πάει να τα σκουπίσει όλα με τη κουρτίνα. Πιο δίπλα ένας τύπος μελετάει: "Γυρίζω στο πατρικό μου και κάθε φορά βρίσκω καινούρια πακέτα χαρτομάντηλα στο παλιό μου δωμάτιο, όπου και διαμένω. Είναι σα να σου λέει ο πατέρας σου ας πούμε, έμεσσα, καλώς το γιο μου το μαλάκα". Διθύραμβοι και διθύραμβοι και βεγγαλικά επίσης- λαμπάδα η ατμόσφαιρα, λαμπάδα. Ζεν-μέλισσες παράγουν περισσότερο μέλι και ζεν-κηφήνες πεθαίνουν το ίδιο. Ισχυρό μάθημα στα σεμινάρια προπαγάνδας της Πόλης.

"Δια την αποτελεσματικότερη χειραγώγηση της αγοραστικής μάζας, ένα έχω να προσθέσω ακόμα: Διεισδύστε εις τας ψυχάς αυτών (ομιλούμε δια τους καταναλωτές), νοτιότερα, εις τη περιοχή συγκεκριμένα άνω της περιοχής των γεννετικών οργάνων, όπως βλέπετε στο σχεδιάγραμμα, εκεί που τέμνονται αι διαγώνιαι του υποθετικού τετραγώνου μας, προερχόμενου όπως προείπαμε δια της απεικόνισης του ανθρωπίνου σώματος μακροσκοπικά, με τεντωμένα μέλη άνω της μέσης. Εκεί αναζητήσατε πετονιά, ενώνουσα ψυχή και μυαλό, θρυμματίσατε αυτής, ύστερα επαναλάβετε με το κέντρο του εγκεφάλου, διακόπτωντας οποιαδήποτε απόπειρα αυτού δια δημιουργική σύνδεση εικόνων λέξεων και ήχου, καθώς και παραγωγή κριτικής σκέψης. Επιτυγχάνετε τούτο μέσω ορθής χρήσης χρωματικών ποιοτήτων σε συνάρτηση με την δίδουσα ήδη ψευδαίσθηση της επιλογής. Αυτά για σήμερα, θα σας ξαναδώ αύριο ίδια ώρα- Ζήτω η Πόλη!".
Τάδε έφη ψιλόλιγνος και ασπρουλιάρης κοστουμαρισμένος Πρύτανης Προπαγάνδας της Υπηρεσίας Πολιτιστικών Εφαρμογών της Πόλης. Κάτασπρος και με τραχιά ζυγωματικά μασημένα, με πεσμέτα μάτια και φαγωμένα νύχια. Μα τι ρήτορας, όμως.

Ύστερα άνευ της παρουσίας της ανάγκης για μια σουρότσαρκα, κούνησα τα ποδάρια βαριά σαν σφυριά σέρνοντας κουφάρια άλλα επίσης, μαζί, και λέγαμε όλοι μαζί, "Φέρτε τα τομάρια σας κατά δω! Είναι Πάσχα! Πάσχα! Βγήκε το μπαούλο βόλτα τη Μεγάλη Παρασκευή προχτές!". Όμορφες εικόνες. Ό,τι απέμεινε απ' τα παλιά. Ήχοι από τσιγγέλια. Υπέροχες ξήγες με τη πληγή στη μέση- δώσε πάρε, έτοιμος. Ό,τι απέμεινε απ' τα παλιά. Πάλι αίμα μέσα σε κούπα να το πιεις. Λιάρδα απ' το θείο πνεύμα, να κωλομπαρίζεις Θρόνους και Σεραφείμ μαζί. Όλα στο κόλπο μας. Όλα μέσα.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Επιστολή προς τον Εργοδότη κ. Μπλουμ


Σαφώς και το να μη μπορείς να δέσεις μόνος σου τα κορδώνια των παπουτσιών σου είναι ένα από κείνα τα μικρά μαθήματα της καθημερινότητας, σα να λέμε δευτερόλεπτα ευλογίας και ΝΤΙΙΙΙΝ λαμπάκι ν'αναβοσβήνει πάνω απ' το κούτελό σου με μανία. Σα να λέμε, πόσο πιο άχρηστος θα μπορούσες να ήσουνα, με ένα μόνιμο κινητικό πρόβλημα. Η εκείνη η ακτινογραφία θώρακα που κοίταξα βαριεστημένα μετά από τις γενικές εξετάσεις και τη ξαναέβαλα στο φάκελο, ακούγοντας τη μάνα από πίσω να μουρμουρίζει πολεμικά mantras, κοιτάζοντάς την επίσης, "τι είναι αυτή η μαύρη κηλίδα στα πνευμόνια; Τι είναι αυτή η μαύρη κηλίδα στα πνεμόνια". Ω ναι, υπέροχο μάθημα, για την ακρίβεια με πείσμωσε να μη παρατήσω το κάπνισμα πριν φτάσω τα όποια -ήντα. Χιπ χιπ χιπ, Χαρά και Δυσοσμία. Αρρωστιάρικο βρωμόσκυλο, που δε μπορεί να καθίσει το κώλο του κάτω, όταν το αναγκάζουν οι περιστάσεις- και απ' την άλλη, έχοντας πλήρη ελευθερία κινήσεων, να παραιτείται απ' τα Όλα και να καθίζει με το ζόρι το κώλο του χάμου. Μικρά μαθήματα, μικρές στιγμές αυτογνωσίας, έτσι; Με τη γκόμενά μου πιάναμε με τις ώρες συζητήσεις, τη τελευταία περίοδο, για το ρόλο του ΚΚΕ το '44, τον μπινέ τον Τσώρτσιλ, τους αντι-φασίστες της Μικράς Ασίας που τους μαζώξανε σα πρόβατα στο Κάιρο και άλλα πόσα. Ανήθικα παπάρας και άχρηστος, ως προς τις πληροφορίες και την ακριβή ιστορία του τόπου που μέχρι σήμερα μου σκοτίζει τ'αρχίδια. Αυτό είναι ένα τεστ. Όλα είναι ένα τεστ. Και όπως σε όλα τα τεστ που μου επιβάλλονται, πατώνω σχεδόν εκ ιδεολογίας. Και να φανταστείς ότι είχα σκοπό όταν γιάνω και μπορώ να περπατάω σαν άνθρωπος και όχι σα μια Λοβοτομή με τρούχα, να καταπιώ μανιτάρια, να βάλω να παίζουν παιάνες του ΕΛΑΣ στο δωμάτιο, να προβάλλω ξανά και ξανά το βίντεο που παραδίδουνε οι τριχωτοί αντάρτες τα όπλα, και να καλέσω το πνεύμα του Βελουχιώτη να πούμε καμιά μαλακία. Τόσο παταγώδης αποτυχία στο τρένο της σκέψης μου, για πολλούς, και όμως, τι να'ναι αυτό που κάμει έναν Ένοικο της Πόλης να αντιστέκεται στα του ρεαλιστικού του πράγματος σινιάλα; Η βαριομάρα, η απογοήτευση, ο εξαναγκασμός κάθε τόσο για δουλειές του ποδαριού; Σα να μιλάς με έναν μαθηματικό και να σου λέει ανέκδοτα για το ισοσκελές τρίγωνο. Ή όπως τα λένε αυτά κει, με τις γωνίες. Λα-λα-λα-λάθος.

Συνεπώς, ακόμα και το να πιάσω αυτές τις μέρες να αρχίσω να κατεβάζω κατεβατά κατεβασμένα ίσως καιρό τώρα στη κουρούπα, λειτουργεί μάλλον σα πλήρη πανάκεια για τον Εγώ, ούτε καν στο ένα τοις εκατό για το ποιος μαλάκας θα τύχει να διαβάσει τις πρώτες 5 γραμμές και θα πει "καλό". Επίσης ένα μικρό μάθημα, μια μικρή στιγμή πεφωτισμένου άλατος στα μούτρα. Χρειάζεται η βόλη όταν παραδίδεις πνεύμα, και χρειάζεται να παραδίδεις πνεύμα ή σώμα για να μη σε ξεχαρβαλιάσει η βόλη. Έτσι πάνε οι ξήγες σε αυτό το σημείο του σύμπαντος, στο τετραγωνάκι αυτό. Δίνεις-παίρνεις, χάνεις-κερδίζεις, ξηγιέσαι-ξηγιέται. Υπέροχες επίσης παραισθησάρες χτυπάνε πού και πού, τα όνειρα ξαναχρωματίστηκαν ευχαρίστως, σχεδόν μπορώ να αγγίξω τα χέρια μου ονειρευόμενος, αν ήμουνα και πιο ψώνιο θα έλεγα ότι ξαναρχίσανε τα Lucid dreaming αλλά μπα/ Μάλλον πολύ σκουλήκι και βαρετός άνθρωπος πια, ακόμα και για την ίδια τη ψυχή μου/Πιστολέρο σα να λέμε με φυσεκλίκια άσφαιρα. Ας είναι . ΑΠό κει και πέρα είναι που ακονίζεις περισσότερα δόντια. Γράφοντας γρηγορότατα χωρίς να το σκεφτώ πάνω από 3 δεύτερα, μιας και το πόδι τσιγκλάει και δε ξέρω γιατί. Ακόμα λίγο. Πιο βαθιά. Είμαι το αποτέλεσμα μιας διαδρομής αίματος και μιας πάλης της σάρκας για να εδραιώσει το συλλογικό νου μιας φατριάς στο σύμπαν. Η πρώτη σαύρα που περπάτησε στο κοκκινόχωμα είναι εδώ δίπλα και μου κάνει τράκα όλα τα τσιγάρα. Χαζογελάει κιόλας η ρουφιάνα. Το ρόλο αυτόν τον δέχομαι και μου ταιριάζει μέχρι το σημείο που κάτι αρχίζει να σκαλώνει, και μια βίδα παραπάνω τη νιώθω να γρατζουνάει. Είδες; τόσος αγώνας για ειλικρίνεια και να αποφύγεις τη κλάψα, θαρρώ πως εκεί τα κατάφερα στην εντέλεια, δικέ μου τουλάχιστον αυτό δε θα μου το αρπάξει κανένας. Και ξιπασμένος όπως πάντα να θεωρώ ότι αξίζει να μιλάμε για πράματα όπως το τσουφρέλο του Κρόνου, οι σκλήθρες στα δάχτυλα του Αρποκράτη, οι πλύσεις στομάχου του Μολώχ. Υπέροχα, αφυδατωμένα και με μια πρέζα ειλικρίνειας όπως πάντα.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Σημειώσεις απ τη Πόλη Χ2- Κυνοκέφαλος



Η σβούρα που θα'τανε κείνη τη μέρα το πρωινό (γύρω γύρω- ποτέ από χάμου προς τα πάνω, αντιστρόφως αυστηρά) κόλλησε τσιμπλόνια βαρβάτα, σχεδόν σταλακτίκτες να κρέμονται απ' τα ματόκλαδα δαύτου του καράφλα. Αναισθητικά, όνειρα-ή καλύτερα- οράματα, ΣΤΟΠ! ΠΑΜΕ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΞΑΝΑ! Άνοιγμα ματιών- ω, υπέροχα, Νοσοκομείο Αγίου Κυνοκέφαλου της Πόλης. Πετσοκομμένη μέση, τσάι, τσάι, τσάι. Τσάι μέχρι που δε μπορούσες να ηρεμήσεις και καθηλωμένος στο κρεβάτι, έστελνες βόλτες το αστρικό σου σώμα, να μαρκαλεύει νοσοκόμμες. Όλοι γνωρίζουν ότι στον Άη Κυνοκέφαλο οι νοσοκόμες είναι κυνοκέφαλες επίσης. Κουραδόμουτρα στη σειρά. Ένα τσιγάρο. Χρειάζομαι ένα τσιγάρο. Αν' αυτού σωληνομένος και να μουγκρίζω στον εαυτό μου: "είναι απλά μια εγχείρηση ρουτίνας". Τετράγωνο δωμάτιο. Ο μάγκας που'μουν εγώ στη συγκεκριμένη περίπτωση, σπαταλούσε τις περισσότερες από κείνες τις δεκάωρες παύσεις απ' τον ύπνο για να μαζεύει στον αμφιβληστροειδή του πράματα, θάματα- ΣΤΟΠ! ΠΑΜΕ ΑΠ'ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΞΑΝΑ. Δίπλα ένας πατέρας παιδιών (κάποιος πατέρας, κάποιων παιδιών) με σακατεμένο κεφάλι από ατύχημα με μηχανάκι. Να βογγάει όλη την ώρα, "Πονάω". "Είδες, υπάρχουν και χειρότερα". Ναι, μα γιατί τότε να μη παίρνω θάρρος; Όλη την ώρα καθηλωμένος. Να μπορούσα να περπάταγα για λίγο δίχως να με μαχαιρώνει το τραύμα. Μια βόλτα στον Αη Κυνοκέφαλο, ένα τσιγάρο. Αυτό. Πιο δίπλα, ένας ¨Ενοικος με καρκίνο στο κεφάλι. Κατάμαυρος και δεν έβγαζε μιλιά. Περιμέναμε όλοι στο θάλαμο πότε θα πάρει εξητήριο για να φύγει προς τις Έξω ΠΕριοχές, να πεθάνει με περηφάνια. "Είδες; υπάρχουν και πολύ χειρότερα. Μη μιλάς. Μη κουνάς το κεφάλι ειρωνικά. Σ'εμένα μιλάω! Άκουσέ με μια φορά". Ναι, μα γιατί τότε να μη μπορώ να αφήσω αυτό το ρέμμα από τσαντίλα να βγει απ' τα ρουθούνια μου και να γίνει ένα με τη πρωινή μούχλα στο ταβάνι; Παράθυρα κοπανάνε απ' τον αγέρη και σφυρίγματα από χαρακιές στο τζάμι. Άρχοντας του σύμπαντος. Νόμιζα πως έβλεπα όντα γνωστά να παρελαύνουν στο δωμάτιο- να αιωρούνται- αιωρούνται, αιωρούνται, αιωρούναι- και λέγω  ύστερα: Μήπως είμαι γω, απλά εγώ;

"Ο ασθενής 53χ στο θάλαμο 201 πάσχει προφανέστατα από επιλόχεια κατάθλιψη, αγαπητέ μου σπουδαστή".

Ο ιατρός με τα ασημένια φρύδια και τη μισή μουστάκα, χαϊδολογάει έναν μαθητευόμενο, δείχνοντάς του το μπλοκάκι με τις σημειώσεις, με το άλλο χέρι του τσιμπάει το μάγουλο κι ενίοτε, αντί παιχνιδιού, το δεξί του κωλομέρι.

"Ο ασθενής 53χ λοιπόν, ναι ναι, βεβαίως... στο θάλαμο 201, υπήρξε εκ των επιφανέστερων Αρχηγών Αγέλης εις το Λόχο των Κολπικών Σκυλιών. Αυτό που θα λέγαμε, μετά συγχωρήσεως, Μπατσόνι του Κερατά. Σπανίως, σπανίως λέγω, έχει κανείς τη τύχη να συναντήσει Αρχηγό Αγέλης τόσο δοσμένο εις το κοινωνικό έργο της Πόλης, όσο αυτόν. Τόσα χρόνια εις το Λόχο, λογικότατον να παρουσιάσει επιλόχειο κατάθλιψη. Και είναι δικιά μας αποστολή, πλέον, νεαρέ μου (ατιμούτσικο), να  του σώσουμε τη ζωή. ΖΗΤΩ Η ΠΟΛΗ!
"Ζήτω"

Ο μαθητευόμενος δεν αισθάνεται άνετα, με κοκαλλιασμένα δάχτυλα να του τρίβουν πλέον τα χείλη. Μα δε λέει τίποτα. Γάμα τον. Τον μαλάκα. Όπως στρώνεις κοιμήσου. Ξέστρωτος εδώ. Και δε μπορούν τα μάτια να κλείσουν με τίποτα. Αδυναμία- ω, να μια θεότητα που ποτέ δεν είχα ξανακαλέσει μέσα μου με τόσο πάθος- δε φταίω γω, οι περιστάσεις, λένε. Άσπρα σεντόνια άσπρες κουρτίνες, άσπρες φορεσιές οι νοσοκόμες, και να ανιχνεύω πού τελειώνει το ΕΔΩ και πότε ξεκινάει η τσόντα. ΣΤΟΠ- ΠΑΜΕ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΞΑΝΑ! ΔΡΑΣΗ! Ας ήτανε πορνογραφική ταινία. Μουνάρα νοσοκόμα με πανύψηλα πόδια κι ανοιχτό ντεκολτέ, με ένα πιατάκι αφρόνερο και ένα σπόγγο. "Αγαπημένε Ασθενή 23Η, ήρθε η ώρα για τις μαλάξεις στη βουβωνική χώρα" - και φωνές από αγέρη να ουρλιάζουνε, "ΤΟ ΠΕΟΣ! ΤΟ ΠΕΟΣ!". Μόλις τρεις μέρες θα χρειαστεί να μείνω εδώ μέσα, κι όμως η ψυχή μου σπαρταράει, πνίγεται, θέλει αέρα, όσο το σώμα είναι καθηλωμένος πυπρολείται η ψυχή, ξυπνάει ο Άγιος μέσα στον Λια και ουρλιάζει "Μπουρλότο όλα! Πουτάνα όλα! Ναρκωτικά! Φέρτε μου ό,τι ντρόγκι υπάρχει σε αυτό το κωλοχανείο, θα τα καταπιώ με τις φούχτες όλες! Γυναίκες! Ξύδια! Ειδάλλως θα κανω ΜΠΑΜ.  Αυτό θα κάνω. Ένα μεγάλο ΜΠΑΜ". Αλλά συνέχεια τα μάτια ορθάνοιχτα, να μετράνε πόσες ρίγες έχουν τα πλακάκια στο τοίχο απέναντι. Κοντά στο εκατομμύριο, δε ξέρω, βαρέθηκε η καρδιά μου να μετράει. ΣΤΟΠ- ΠΑΜΕ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ! ΣΑΣ ΘΕΛΩ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΜΕΝΟΥΣ ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ!

-Προχτές αυτό τοτ δωμάτιο ήταν γεμάτο κοπελίτσες. Σα τα κρύα νερά. Ίσως ανήλικες, ίσως στο τσακ ενήλικες. Με ζουμερά στήθια, φουστανάκια, μπλουζίτσες που τις είχανε ανεβάσει πάνω απ' τον αφαλό. Και όλες είχαν έρθει επίσης για τη μέση τους, νεαρέ μου.

Είναι λογικότατο λοιπόν ότι αντ'αυτού, βρέθηκα στο ίδιο δωμάτιο δυο μέρες μετά, αφού είχαν φύγει. Σε ένα δωμάτιο με δυο τύπους να βογγάνε πειδή την είχαν άσχημα, πολύ άσχημα, και απέναντι δυο γριές να μου περιγράφουν τις όποιες κοπέλες του προχτές σχεδόν καυλωτικά. Ίσως και να γουστάρανε οι ίδιες, αμήν. Μέσα στη μαστούρα απ' τις αναισθησίες και την έλλειψη φαγητού, έναν χοντρό ασπρόμαυρο γάταρο είδα να πάει να κουλουριαστεί στα πόδια μου, και να κοιτάει σιωπηλά όχι τα μάτια μου, μα ανάμεσα απ' τα φρύδια μου. "Είναι η παραίσθηση του Γάτου-Πλασιέ". "Ευχαριστώ γιατρέ μου. Είναι επικίνδυνος;". "Γενικώς όχι, μα καλό θα ήτο αν σου εμφανίσει τα προϊόντα του στην επόμενη παραίσθηση, να βιαστείς να τους πεις "λυπάμαι, δεν ενδιαφέρομαι"- μη τον αφήσεις να ξεκινήσει να σου μιλάει, διότι θα'ναι αργά". "Ευχαριστώ γιατρέ μου. Θα το'χω υπ'όψην".

ΣΤΟΠ- ΚΑΛΑ ΩΣ ΕΔΩ. ΚΑΝΤΕ ΕΝΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΩΝ ΓΙΑ ΚΟΛΑΤΣΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΜΕΤΑ.

Τρυπημένη μέση. Μικρή τρύπα, σα κερματοφάγος εκ των όπισθεν. Μα πονάει σα χίλιοι διάολοι στην αρχή, δικέ μου. Αυτό. Και ο Τζόυς, να διαβάζω τον Τζόυς και να μη τελειώνει με τίποτα. Συνήθως είναι απ' τα αξιολογότερα βιβλία, ο "Οδυσσέας", ώστε να πλάθεις εικόνες βαρβάτες, την ώρα που διαβάζεις ακριβώς. Μα κείνες τις μέρες απλά διάβαζα με μάτια εντόμου, και όλες οι εικόνες κατέληγαν να μοιάζουν βιασμοί, σφαγές, ακρωτηριασμοί. Σα να διάβαζα την Παλαιά Διαθήκη. Ύστερα ανοιγόκλεινα κουρασμένα τα μάτια και κορδωνόμουνα σα το παγώνι: ω, θα πιάσω τη καλή. Ό,τι μου τροχίζει τα παπάρια και τα κάνει Δύναμη, θα'ναι κι αυτό που θα μου στάξει Θέληση. Κι η Θέληση θα μου στάξει μπερντέ, δόξα, αιωνιότητα, και γέλαγα, γέλαγα από μέσα μου με τις ώρες, λέγοντας ταυτόχρονα πως θα'ρθει η ώρα που θα φάτε όλοι ψωμί από τη πάρτη μου, κι ύστερα θα σας γυρεύω το αντίτιμο επί δέκα. Σα παγώνι. Δίχως ξύδια και ουσίες για καμιά βδομάδα. "Τσαγάκι ή γαλατάκι για πρωινό;", η εκ των κυνοκέφαλων νοσοκόμων η πρωινή- "Εξιτηριάκη παρακαλώ"- Ω,χοχοχοχοχο (γέλιο σα πριόνι, μα κατά κάποιο τρόπο στοργικό), ω-χοχοχοχοχο, είστε ένας κωμικός εσείς, ε; Οι άνθρωποι γελάνε εύκολα, λίγοι όμως με τη καρδιά τους. Ε ναι. Στου Αη-Κυνοκέφαλου. Άρχισα σε ένα κομματάκι χαρτί, μέσα στη ζάλη και τη μαστούρα των συνθηκών, να κατεβάζω αφορισμούς για τον άη-Κυνοκέφαλο. Ύστερα με πιάσανε τα μέλια. "Είδες, υπάρχουν και πολύ χειρότερα". Το γύρισα στην ειρωνία. Μα δε ξέρω πώς δουλεύει ακριβώς αυτό το μηχάνημα στο νου- πώς τοποθετείς τη γλώσσα ανάμεσα απ' τα δόντια, για να ακουστείς "είρων"; Η μυική μνήμη πάντως καλά κρατεί- κανένα γρομπούλι να μου κοπανάει το κεντρικό νεύρο, μα το κεντρικό νεύρο έχει άλλη άποψη. Σα χέστης. "Ωωωωω, αφήστε με όλοι ήσυχο! Πέρασα πολλά, δε μου αξίζουν όλ' αυτά, σας παρακαλώ και μπλαμπλαμπλα". Μπλουμ. Μπλουμ, όπως ο πρωταγωνιστής-Οδυσσέας του Τζόυς. Α-μπε-μπα-Μπλουμ. Χυδαία στιχάκια. Μωρέ κάτσε να σηκωθώ από δω μέσα. Θα καλέσω τον Όσιο Οβερντόουζ. Δέκα μέρες σε ένα πάτωμα αναίσθητος. Γνωστοί να με σκουντάνε με λαμπάδες, "Χριστός Ανέστη!!!"- αλήθεια; Ω, να πάρει. Δε τον πρόλαβα. Το υγραέριο Ιεροσολύμων πάπαλα και φέτος; Κρίμα. Σαν ένα γνωστό που το'χε γούρι, στην εκκλησιά κάθε Ανάσταση να ανάβει το γάρο του με το άγιο-φως. ΣΤΟΠ- ΠΑΜΕ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ! ΔΡΑΣΗ! ΕΜΠΡΟΣ.

Θα'θελες να φύγεις μακριά;
Αμέ, αμέ. Για την ακρίβεια, όχι πολύ μακριά, ιατρέ μου,
λίγο δω πιο κάτω, στις έξω περιοχές, να ηρεμήσει το κεφάλι μου.
ΑΛΛΑΓΗ: ΙΑΤΡΟΣ
Δεν υπάρχει περίπτωση, νεαρέ μου, πριν τη τρίτη μέρα.
Άλλωστε, πολλή μεμψιμοιρία οσμίζομαι, κάτι διόλου προτεινόμενο δια ασθενείς:
Κοιτάξτε, υπάρχουν και χειρότερα.

Σαν άλογο σε έξαψη, ήρθε η εποχή μου. Στο άλογο δε μπορείς να πεις, "Λοιπόν, άκου δικέ μου, ξέρω πως είναι η εποχή σου, μα δεν υπάρχει αλόγα δω τριγύρω να βατέψεις- οπότε, πάρε αυτό το περιοδικό με στοιχήματα ιπποδρομιών και πήγαινε στο μπάνιο, να ρίψεις μια παχιά. Με την ευχή του Χριστού και της Παναγίας". Ξύπνημα και οπτασίες. Υπέροχο συναίσθημα. Είδα μπρος στα μάτια μου ότι έπαιρνα συνέντευξη απ' τον Γιούργκενσεν, κι αυτός με ειρωνευότανε. Σπουδαία τα λάχανα. Και ο "Οδυσσέας" να μη τελειώνει ποτέ. Θα με βγάλει νοκ-άουτ πριν προλάβω να δω τι γίνεται στο τέλος. Μάλλον ο "Οδυσσέας" με διαβάζει, και όχι το αντίθετο. Υπέροχα, υπέρογκα. Μέσα στο μικρό δωματιάκι μου του νοσοκομείου. ο Άη Κυνοκέφαλος δίωχνει το Μορφέα με πέτρες και καρδόνια, κάθε μα κάθε φορά. ΣΤΟΠ- ΚΑΛΩΣ, ΚΑΛΩΣ. ΤΕΡΜΑ ΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΡΙΟ ΠΑΛΙ ΙΔΙΑ ΩΡΑ- ΜΠΡΑΒΟ ΤΖΑΚ, ΜΑΝΑΡΑ ΜΟΥ- ΚΙ ΕΣΥ, ΜΑΤΙΛΝΤΑ, ΚΟΥΚΛΑ ΜΟΥ, ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ.

Ύστερα έτρεχα να προλάβω την επίσκεψη ιατρών. Άργησα.Ήθελα ένα τσιγάρο, ειδάλλως θα γύριζαν οι κόρες των ματιών μου ανάποδα. Ο χοντρός σεκιούριτης γέλαγε με τη ψυχή σου. "Συγγνώμη, αλλά χαρμάνιασα". Και γέλαγε ακόμα περισσότερο. Οι άνθρωποι γελάνε πανεύκολα. Αρκεί να κόψεις μάπα και να βγάλεις συμπέρασμα. Αη-Κυνοκέφαλος. Aη-Χριστόφορος σα να λέμε. Και υπέροχες, πανέμορφες προπαγάνδες. Πυλώνες μιας ζωής ολόκληρης χτισμένοι από προπαγάνδα. Υπέροχη, λαμπρή προπαγάνδα, σα σταφύλια στον αγρό, περιμένει να την ζουλήξεις, να τη τσαλαπατήσεις, και να βγάλεις μούστο στην αλήθεια. Πίνοντας αλήθεια, μεθώντας με αλήθεια- Αη Κυνοκέφαλος. Ή ο ιερός χρυσός μπαμπουίνος που έφερνε βόλτες γύρω απ' τον Θωθ. Κάθε μέρος έχει την ιστορία που του αρμόζει. Κάθε σπίτι επίσης. Κάθε τούβλο, ποτισμένο με ιδρώτα σάρκινων πλασμάτων, κουβαλάει μουρμούρες, πάθη κι αστραπές. Όπως και ένα όνομα. Άη Κυνοκέφαλος. Δε μπορούσε παρά να συγκρουστεί με τον Αη-Λια που ξεχύθηκε από μέσα μου για καμιά δεκαριά ώρες το βράδυ ως το πρωί. Ύστερα χάνομαι στη ζάλη. Ζω έναν εφιάλτη, σε μια παραλλαγή της Πόλης, όπου με τον Μπιλ ληστέψαμε μια γριά καβαλώντας ποδήλατα. Παντού Κολπικά Σκυλιά, να ξεχύνονται σα θάλασσα, πυροβολώντας εξ επαφής όποιον ποδηλάτη έπεφτε στην αντίληψή τους. "Μπιλ, μήπως έχεις και φούντα πάνω σου;" - Καταφατικό κούνημα του κεφαλιού. Σα να λέμε, "κιλά ολόκληρα". Τη πουτσίσαμε. Γωνίες και φωτάκια και πλατείες, ξάφνου νασου η Κρυφή Αυλή των Μυστηρίων, ο Κόρτο Μαλτέζε εισχωρεί στο παιχνίδι αυτό της ζάλης. Σκατά Αυλή των Μυστηρίων. Μόλις ανοίγεις τη πόρτα, κανένα μυστήριο- μόνο Κολπικά Σκυλιά να ορμάνε και να σε ξεκοιλιάζουν με τα ίδια τους τα δάχτυλα. Και ξύπνημα και ΣΤΟΠ! ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΔΕ ΤΟ ΠΗΓΑΜΕ ΚΑΛΑ, ΠΑΘΟΣ, ΘΕΛΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΠΑΘΟΣ.
Εμπρός, εμπρός καρδιά μου, να θέλω να αμοληθώ και να γραπώσω δυο-τρεις ειδικευόμενες κυνοκέφαλες και να τις αρχίσω στο χορό, μέχρι να σπάσει η μέση μου τελείως και να μείνω ανάπηρος. Κι ύστερα κάθε σταγόνα ιδρώτα θα την βάφτιζα "χαρά". "Χαρά-μου!". Και ΜΠΟΥΜ. Μπλουμ. Αυτό το βιβλίο με έχει ξεσκίσει. Αλλά έτσι γούσταρα ανέκαθεν τα βιβλία μου. Με αρχίδια. Να μη σε αφήνουνε να τα διαβάσεις με άνεση. Θυμάμαι το Ζαρατούστρα. Ω ναι. Ο Ζαρατούστρας ήτο ανήρ αρχιδάτος, τι να λέμε τώρα. Διάβαζα το βιβλίο το καλοκαίρι, μες τη σούρα κάθε δυο μέρες, τελετουργικό, και οι σελίδες του μου χαράκωναν τα δάχτυλα. Ωραίος άνδρας ο Ζαρατούστρας. Ύστερα είχα και τον πατήρ μου να με βλέπει να σηκώνομαι και να περπατάω σχεδόν τρέχοντας, δηλαδή με βάδισμα κουτσό εντόμου, δυο βήματα κάθε μισό λεπτό, και μου έλεγε, "μια ζωή σε ξέρω να καταπονείς το σώμα σου, γιατί αυτό;", δίχως να τον κοιτάξω περπατούσα κι απαντούσα: "Διότι γεννήθηκα ανήρ!" και δώστου γέλια κι αυτός κι οι νοσοκόμες- "Ανήρ ε; Έχεις και κάποια διαπιστευτήρια γι αυτό"- "Ναι γιατρέ μου, μα θεωρώ απρεπές το να σας τα παρουσιάσω εδώ και τώρα, μες τον κόσμο". Ήρθα σε διαμάχη άλλωστε με το μπέο μου αυτές τις μέρες. Έκανε νεκραναστάσεις, όρθιος σαν ασπρογέρακας τις πιο ακατάλληλες στιγμές, αυστηρά. Και μες την ανικανότητά μου να έρθω στα ίσα μου μού δώσανε μια πάπια. "Κατούρα εδώ, απαγορεύεται να σηκωθείς". Υπέροχα. Μα η πουτάνα δάγκωνε και έπρεπε να τη βαστάω απ' τα πόδια με δύναμη, για να μη τρέξει να φύγει μακριά. Ξαπλωτός δε μπορώ να ενεργηθώ. "Κατούρα, κατούρα, ειδάλλως θα σου φέρω καθετήρα"- τάδε έφη Αδερφή Προϊσταμένη. Μη σου γαμήσω τίποτα, σκεφτόμουνα. Σηκώθηκα όρθιος, έπιασα τη πάπια γερά απ' το λαρύγγι, της άνοιξα το ράμφος, τοποθέτησα στρατηγικά το μπέο μου στο στόμα της- και άδειασα, επιτέλους άδειασα. Και ήτο υπέροχα, ήτο φανταστικά. Μια μπότσα κάτουρο. Αυτό έφτιαξα. Μια μπότσα κάτουρο. Τη παραδίδω στην Αδερφή και της λέω, "Άντε, στην υγειά σου". Παλιοκάθαρμα είμαι, είναι η αλήθεια. Βρωμοβολεμένος- να, άρχισε πάλι το τραινάκι του τρόμου. Όταν δε μπορείς να κοιμηθείς, το ρίχνεις στις κατάρες προς το πρόσωπό σου, λες και έχεις μαζέψει όλα τα κακά του κόσμου. Βρωμιάρης, λέτσος, αισχρός, χονδροειδές υποκείμενο, χέστης... αρκετά, λέγω, ω εγκέφαλε. Ό,τι και να λες, δε σου δίνω σημασία- λες απλά ψέμματα, ό,τι λες δεν ισχύει. Αυτό μας έλειπε, και μια μίνι κατάθλα για 3 μέρες. 3 μέρες με το μέγεθος 3 χρόνων. Να ξυπνάει ο Αη-Λιας συνέχεια. Μα τι να πυρπολήσεις γέρο μου; Και αν πυρπολήσεις το εδώ, τι θα γίνει με το αύριο; Ποια προπαγάνδα θα θρέψει τους πυλώνες μας; Και ποιο σίχαμα-μανδύας μύξας θα μας σκεπάσει, να τζογάρουμε, είτε 8θα βγάλουμε φτερά και σαν τους γκέη της Φύσης θα πετάμε από λουλούδι σε λουλούδι (αυτάρεσκοι! εγωπαθείς!), είτε θα γονατίσουμε απ' τα μυξόνια και θα γίνουμε τροφή στο έδαφος δια τους μικροοργανισμούς της Γης- αμήν. Όλοι αυτό. Όλοι εκείνο. Μικροοργανισμοί. Ουδέτεροι. Με κάθε κίνηση, να επηρρεάζουμε και μια χιονοστιφάδα. Μηδέν, μηδέν, μηδέν- και ΣΤΟΠ. ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ, ΠΑΙΔΕΣ, ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ- (ντουντούκα βραχνιάζει), ΘΕΩΡΩ ΟΤΙ ΚΑΠΟΥ ΕΔΩ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ. ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΑΣ. ΝΑ ΣΑΣ ΕΧΕΙ ΚΑΛΑ Ο ΘΕΟΣ.
Και μπλουμ. Ύστερα το δωμάτιο αδειάζει από ήχους, μα τα μάτια δε κλείνουν ούτε τότε.

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Σημειώσεις απ' τη Πόλη Χ1



Δειλά και πρόσχαρα η πορεία όξω απ' τα τσιμέντα, προς τις αμμουδιές γεμάτες ψόφιους ροφούς. Είναι κει πάντα που περπάταγε η σπιτονοικοκυρά πριν χασμουρηθεί για τελευταία φορά κι απόψε, ύστερα συρθεί μέχρι το τσαντήρι της στο δέυτερο όροφο, βάλει ζεστό γάλα και ρουφήξει τρεις γουλιές ακριβώς. Ούτε μία ούτε δύο ούτε τέσσερις και πάνω. Κλείνει τα μάτια και μοιρολογάει βλακωδώς, κάκιστα, ύστερα ξεκινάει τις βλαστήμιες. Απ' τα 20 δόθηκε στο Σωτήρα, μα ο Σωτήρας δεν εκσπερματώνει. Και αυτή, μια δεκαετία μετά, γεμάτη ιδρώτα, σφιχτά πόδια, λεπτή μέση, ικανοποιητικότατο στήθος, γυναικάρα με τα όλα της να πούμε, βλαστημάει που αυνανίζεται. Αμαρτίες. Πω-πω. Ήχος από σουμιέδες και κρεβάτι να κοπανιέται. Λαρυγγισμοί και ξεφυσήματα, τέλος κραυγές και λερωμένα δάχτυλα και σεντόνια. Κι απέναντι ο Σωτήρας να παίρνει μάτι, η Ιερά Σινδόνη λεκιάστηκε, έχει σηκωμάρες. Μα τα δυο του χέρια είναι καρφωμένα στο σταυρό, και το ομοίωμά του στο τοίχο. Και αναρωτιότανε εκείνη, μπας και να τονε ξαλαφρώσω; Τόσες νύχτες μπρος του και ακόμα να δειλιάσω. Κι αν με σταυρώνανε και μένα, θα'χα μετά όρεξη να ερεθιστώ; Δέος. Ήχος από γκιόνηδες στο μαυροπίνακα όξω απ' το παραθύρι. Η βρύση στάζει. Το δωμάτιο φαίνεται μικροσκοπικό. Ταρατατζούμ ταρατατούμ. Θα ορκιζότανε ότι είδε μια παρέλαση ολόκληρη από νάνους να περνάει μπρος απ το κρεβάτι. Ταρατατζούμ ταρατατζούμ.

*

-Μπας και πιάσαν τον Μολώχ και του φορτώσανε μουνί;

Ο τύπος του πολίτη που είναι πάντα στην ώρα του. Μοιάζει με Άγγλο ούτως ή άλλως. Μικρά ματάκια σουπηγμένα, μεγάλη κουρούπα με τη κουτέλα να πιάνει το 50% του σαρκικού στρώματος. Γεροδεμένος μεν, χέστης δε. Ακόμα θυμάται ο ντουνιάς όταν είχε παραλύσει απ' το φόβο του κείνο το βράδυ του Αυγούστου. "είδα το Σατανά" και τέτοια. Γέλια που κάναμε. Ένα πανί σε ένα δρομάκι είχε πιαστεί από μια κλάρα και ανέμιζε. Γέλια που κάναμε. Πρέπει να'χε κοντέψει να μείνει από καρδιά. Δε θα'λειπε σε κανέναν απολύτως, μα ήταν φίλος.

-Τι σε οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα;
-Ο Μολώχ δω δεν έχει στομάχι. Έχει ένα μεγάλο μουνί. Κοίτα.

Εφημερίδες κι αηδίες. Μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία στη τρίτη σελίδα. Λερωμένη σελίδα από κερί. Καθαρίζει ο μάγκας τη μαρμελάδα από τ'αυτί, ύστερα γλύφει το δάχτυλο για να αλλάξει σελίδα, ύστερα τη δίνει σε τρίτο για να τη διαβάσει, δίχως προειδοποίηση. Δε θα'χε λείψε σε κανέναν, λέγω. Κείνο το βράδυ του Αυγούστου. Μάλλον πρέπει να ρισκάρω κι άλλο. Να χέζομαι λιγότερο.

-Αν προσέξεις, είναι μουνί. Όχι στομάχι.
-Εγώ το κάνω για στομάχι.
-Είναι τρύπα κάτω απ' το στομάχι.
-Είναι μια μεγάλη τρύπα που πιάνει το στομάχι, και συνεχίζει κατάχαμα.

Αφού απέτυχαν να βγάλουνε τον Γκαουτάμα Βούδα πρέζο, το γυρίσανε στα αλλαξοκωλίκια πάλι με τους Μολωχιστές. Σπουδαία δουλειά. Σπουδαία τα λάχανα. Ξαστεριά και καλός ήλιος στον ουρανό σήμερα. Δεν έπρεπε να φορτωθώ με ρούχα. Είμαι ένας αδέξιος, ξαμολημένος, πεταμμένος παπάρας, εν τέλει. Δε μπορώ να υπολογίσω τι καιρό θα κάνει, ακόμα κι αν βγω στο μπαλκόνι. Ωραίο μπαλκόνι. Σιγά τα λάχανα. Θα φύγω τρέχοντας από τη Πόλη με τη πρώτη ευκαιρία. Σημαδέψτε παρακαλώ τα λόγια μου. Δέος. Το δάχτυλό του πασαλειμμένο με κερί και σάλιο περνάει ξυστά από τη μύτη μου και μου δείχνει καλύτερα τη φωτογραφία.

-Να. Μπορείς να διακρίνεις και τη κλειτορίδα εδώ.
-Όχι. Δε μπορώ να διακρίνω καμία κλειτορίδα στη φωτογραφία.
-Μα, κοίτα! Κοίτα καλύτερα. Εϊναι μια κλειτορίδα.
-Δεν βλέπω καμία κλειτορίδα, συγγνώμη. Και για την ακρίβεια, ακόμα και αν όντως αντί για στομάχι κοτσάρανε στο φίλο μας τον Μολώχ μουνί, δε βλέπω γιατί να μας προκαλεί κάποιο ενδιαφέρον.
-Μα, αυτό κι αν είναι αίσχος φίλε! Σκάνδαλο, το φαντάζεσαι;

Αρχίζει να γελάει. Ήχος από τσίγγο που ξύνεται σε τσιμεντόμαντρα. Δε θα'λειπε σε κανέναν. Ωραία μέρα σήμερα και πολλής ιδρώτας. Χάζεμα στις υπόλοιπες φωτογραφίες και στις στήλες ειδήσεων. "Πρωτοτυπεί ο Μονάρχης, αυτοκτονεί πριν τον δολοφονήσουν, πυρπολώντας τα γεννητικά του όργανα στη Κεντρική Πλατεία. Αναλαμβάνει ο σκληροπυρηνικός Τσερνλιένγκο". Τη πουτσίσαμε πάλι. Στρατά στους δρόμους παρελάσεις μπατσοκρατία και πάλι. Εντάξει. Σε μια βδομάδα θα τον φάνε κι αυτόνα. Ένα μήνα το πολύ. Θα εξαφανιστώ στις έξω περιοχές και θα επιστρέψω όταν όλα είναι καλά. Είμαι χέστης. Να μπορούσα να'παιρνα ρίσκα. Ιδανικός μάρτυρας, μόνο αυτός που κρύβεις στη κεφάλα σου. Να ένα μόττο των δειλών Ενοίκων σα και του λόγου μου. Ιστορία και αμαρτία, μια ζωή τα ίδια. "Μεγαλειώδης νίκη της ΠανΕθνικής Ιδιωτικής Ομάδας της Πόλης στο τουρνουά δολοφονιών του Πόρτο-Ράπτη. Ο σκόρερ, Ανδρέας Ανδρέας νο. 2 σε αποκλειστική συνέντευξη με την εφημερίδα μας, περιγράφει πώς κατάφερε να ρίξει τη κρίσιμη μαχαιριά στη καρδιά του αντιπάλου, μαχαιριά που χάρισε στην ομάδα μας τη πρώτη θέση στον όμιλο δολοφόνων". Αθλητικά και μαλακίες. Αδιαφορία. Ιδρώτας επίσης. Πολλή ζέστη σήμερα. Ο άλλος έχει αρχίσει και σκαλίζει τα αυτιά του μηχανικά, παραδομένος στις άκρες των δαχτύλων του. Είναι αναμφίβολα από εκείνους που χαϊδολογούν την ουρήθρα τους πριν κατουρήσουν. Κάθε μέρα, ανεξαιρέτως. Τώρα κοιτάει τα αμάξια που περνάνε. Ωραίος τύπος. Δε θα'λειπε σε κανέναν αν πέθαινε, αλλά είναι φίλος. "Ο κλώνος του Ρουφογάλη έφτασε πλέον 25 ετών και είναι έτοιμος να δοκιμαστεί σε περιβάλλον εικονικής χούντας, στα εργαστήρια του κράτους, δια να εξακριβωθεί η αποτελεσματικότητά του, καθώς και το αν όντως θα σταλεί υπεύθυνος ασφαλείας και Μεγάλο Κεφάλι του τάγματος Κολπικών Σκυλιών της Μέσης Πολιτείας". Μέση Πολιτεία, άλλο και τούτο. Δε πέρασε και πολλής καιρός, και μου φαίνεται λες και έχει περάσει δεκαετία από τότε. Αλίμονο. Να μη δωρίσεις έναν Ρουφογάλη στα βουνά; Το περιβάλλον του αν μη τι άλλο. Να ξαναεπισκεφθώ τη Μέση Πολιτεία. Πρέπει γρήγορα. Βαριομάρα. Δίπλωμα εφημερίδας, ήχος ζεστού χαρτιού να τσαλακώνεται στη τσέπη.

-Αυτή είναι δικιά μου.
-Θα τη δανειστώ για σήμερα.
-Μα δε διαβάζεις εφημερίδες.
-Γι'αυτό και τη δανείζομαι, και δεν την αγοράζω.

Δυσφορία απ' τη μεριά του. Δε πειράζει, να'ναι καλά ο τύπος. Ύστερα γελάει και με δείχνει με το δάχτυλο, λέγοντας "Κατεργάρη". Παλιομοδίτης. Σα να μιλάω με γερόντι. Είναι απίστευτο το πώς εξαφανίζονται απ' το νου σου διαγαλαξιακές απειλές και Καταβροχθιστές Συμπάντων, όταν αρχίζεις και κατανοείς ότι όλα είναι απλά, μίζερα και συγκεκριμένα. Επιστημονική φαντασία προς βρώση, έτσι λέγανε κει πέρα τότε κάπου. Και βάλε, λέγω γω. Ποτέ δε το'χα με τη φιλοσοφία. Θυμάμαι που καλούσανε σε μια εκπομπή το πνεύμα του Νίτσε σε έναν από κείνους τους τεχνο-Ουίτζες...Ουίτζα; Ουιιιιιιίτζα; Πίνακες. Ναι. Βγήκε ο τύπος και τους τα'πε κανονικά και με το νόμο: "Δε θα μου σκοτίζετε σεις  τα παπάρια! Αρκετά! Έγραψα κάποτε και μερικά βιβλία! Διαβάστε τα, τι άλλο να πω δηλαδή και να προσθέσω; Άμε! Άμε στο καλό να πούμε" και έγινε σταγόνες και βραχυκύκλωσε το τεχνο-πίνακα. Ουίτζα; Ούι!Τζα!. Αυτό ήταν καλό, τότε. Γελάσαμε ένα βραδύ. Ρεμάλια μαζεμένα σουρωμένα. Ένας είχε σηκωθεί μάλιστα όρθιος σε μια φάση. Δε θυμάμαι ποιος. Είπε: "Πάλι κλειστήκαμε στους εαυτούς μας απόψε. Πάμε να σουρώσουμε έξω. Να δούμε γυναίκες!". Κόκκινο το μάτι και τυρόπιτα. Ποιος να τονε πάρει στα σοβαρά. Και το επόμενο πρωί μας ενημέρωσε πως πήδηξε δυο ξαδέρφες απ' τη Νάπολη. Τουριστριάκια ο δικός σου ξηγήθηκε. Πού να πάρουμε μπρος; Μαλάκες μας βαφτίσανε τους υπόλοιπους. Χέστης. Και ιδρώτας. Να μη ξαναπάρω σαμαροσκούτια μαζί άλλη φορά, όταν βγάζει ήλιο. Να παίρνω όμως περισσότερα ρίσκα. Και να μην είμαι χέστης Ένοικος. Ναι καλά. Μιλάμε τραγουδάμε κελαηδάμε. Υπέροχα!

-Έχει σήμερα βραδιά κλασσικής μουσικής στο πάρκο Λωτοφάγων.
-Και τι να πάμε να κάνουμε κει;
-Τζάμπα είναι.
-Ναι αλλά τι να κάνουμε κει;
-Να δούμε κόσμο.
-Δε γουστάρω ούτε μαέστρους ούτε πρέζους απόψε.
-Είσαι αρνητικός.

Όλο το δάχτυλό του χωνότανε στ'αυτί. Μα ήταν μαγευτικό. Θα δάκρυζα χειροκροτώντας άνετα. Δέος. Πάμε να φύγουμε. Τίποτε άλλο. Ξαναρχίζει η αγοραφοβία. Ή ίσως δεν έχω αγοραφοβία. Απλά είμαι χέστης. Μα, διατί να'μαι χέστης, αν δεν έχω αγοραφοβία; Διότι το σύμπαν είναι αρμονικό. ΝΤΑΝ! Ένα κεφάλι ξεπροβάλλει από ένα αιδείο, μέσα σε κραυγές και αίματα. ΝΤΟΥΝ! την ίδια στιγμή ένας κόφτης ξεπροβάλλει από ένα λαιμό, μέσα σε κραυγές και αίματα. "Το σύμπαν Σ'ΑΓΑΠΑΕΙ". Φτηνές παλιοπινακίδες διαφημιστικές στην άκρη του δρόμου. Κάθε δρόμου. Κάτι μαλάκες χάρε-κρίσνα γίναν αντιπολίτευση και πρέπει να κοπανάνε όλη την ώρα τα τετζέρια τους στις πλατείες. Ρε τους μαλάκες. "Το σύμπαν ΣΕ ΛΑΤΡΕΥΕΙ". "Το σύμπαν θα σου έκανε άνετα στοματικό έρωτα, αν είχε σάρκα και οστά και ήταν μια σκατούλα παγιδευμένη στο χρόνο, το χώρο και τη φόρμα, όπως είσαι εσύ". ΝΤΑΝ! Ένα βρέφος κοιτάει το κόσμο και όλα είναι Ένα, χρώματα δεν έχουν όνομα μόνο υφή και λάμψη, ποιότητες, αντικείμενα, δέος. ΝΤΟΥΝ! Ένας γέρος κοιτάει το κόσμο και όλα είναι Ένα, χρώματα δεν έχουν όνομα, τίποτα δεν έχει όνομα για παραπάνω από 6 λεπτά, ποιότητες, αντικείμενα, δέος. Ίσως και να είναι ισορροπημένα όλα ρολόι, μα εγώ θα είμαι εγώ μέχρι να πονάει να είμαι εγώ, και αυτό είναι που βαραίνει τη κούτρα μου ολημερίς. Ο άλλος τα αυτιά τα έκανε λαμπίκο. Τώρα σειρά έχουν τα ρουθούνια του. Υπέροχος άνθρωπος. Δε θα'λειπε σε κανέναν αν πέθαινε κείνο το βράδυ του Αυγούστου. Μα καλός φίλος. Αρμονία. Ηρεμία. Αν δεν έχω αγοραφοβία, τι είμαι; Χέστης. Γιατί είμαι χέστης; Γιατί και η μάνα σου το ίδιο. Και ποιος είμαι γω να λέω πως δε θα κολυμπάω στις ίδιες θάλασσες που κολυμπάγαν οι παππούδες μου;  Αλλά θα κρατήσω την αγοραφοβία, το λαχνό το χρυσό, το δέκα το καλό. Χαπάκι, πλασήμπο έκτακτο. Σε κάνει να ξεχνάς τη δειλία και το γυρίζεις στη ψυχολογική γνωμάτευση. Τσκ-τσκ-τσκ. Τσίκα-μπουμ! Ολέ! Ολέ! Κομπογιανίτης θα'μουνα, αν ήμουνα ψυχίατρος. Ή ίσως και αποτελεσματικότατος. "Δικέ μου, ό,τι ακούς και φαντάζεσαι είναι αλήθεια. Απλά μη δίνεις τόσο σημασία στις φωνές. Μαλάκες είναι όλοι μέσα στο κεφάλι σου. Και αυτός κει που μιλήσαμε πριν, που επέμενε να σκοτώσεις τη σπιτονοικοκυρά σου, είναι μεγάλος μαλάκας, συγκεκριμένα- όχι, συγγνώμη, μα έπρεπε να το πω. Δε θες τέτοιο τύπο για ενοικιαστή χώρου, φαίας ουσίας. Σνομπάρετέ τον λίγο όλοι οι υπόλοιποι μαζί, και θα πάρει το πούλο μόνος του. Εκτός κι αν η σπιτονοικοκυρά σου είναι μεγαλύτερη μαλάκω". Ψέμματα! Αίσχη! Και μένω να έχω στύση ξαφνικά, στη μέση της πλατείας, ενώ παρατηρώ τον άλλονα να ψάχνει για χρυσό μέσα στη μύξα, χαμένος στις σκέψεις μου. Αθλιότητα! Άθλιος, ψεύτης και χέστης. Ιδού τι θα γράφει με νέον η ταφόπλακα αυτού του αμαγάλματος χώματος και νερού που είμαι γω. Υστεροφημίες ύστερα στο στάρι στεριώνουν στωικά-στ'αρχίδια μας. Πρέπει να φτιάξω καμια ζωγραφιά. Κάποτε θα τους καβαλήσω όλους. Θα με λένε και καλλιτέχνη και θα μου γλύφουνε τον πάτο. Κάποτε. Πότε. Μάλλον αφού ψοφήσω; όχι. Πριν γεννηθώ. Τότε. Είδες; Ψεύτης, άθλιος. Ψευδαισθήσεις μεγαλείου. Πάντα σκάνε όταν είμαι σε στύση, στη πλατεία, κοιτώντας δάχτυλα να βιάζουνε ρουθούνια. Ζέστη. Ιδρώτας. Αγοραφοβία είπαμε επίσης. Στόχοι και στόκοι. Μακριάαααα, μακριάααααα, σα ρυθμός σε νιόβγαλτο λουλούδι, ν'αούγεται όταν ο μπάμπουρας στερεώνεται στα πέταλα. "Μακριάααααα". Πού; Πριν γεννηθώ, λέει ο άλλος. Αυτό λέει, αυτό γράφω. Χοπ.Χοπ.Χοπ. Τρία χοπ σήμερα, πατώντας τα σκαλιά προς το τρένο. Πάντα μπορείς καλύτερα. Χαιρέτα τον φίλο σου.

-Μπα; Φεύγεις κιόλας;
-Ναι. Θα ομιλήσουμε το συντομότερο δυνατόν.
-Ίσως.

Ένα κακάδι υπέροχα σμιλευμένο, λες από χέρι γλύπτη της Αναγέννησης, έλαμπε στο κίτρινο ήλιο. Δέος. Κάθε λόγο είχε να κορδώνεται σα γιούφτικο σκεπάρνι. Σκαλιά και τρένα. Κι άλλο κάρβουνο ο κόσμος για την αγοραφοβία. Το σύμπαν σ'αγαπάει όμως, ε; Μη ξεχνιέσαι. Όλα σ'αγαπάνε. Υπέροχα! Ηρεμία! Χαλαρότητα! Χέρια τσεκούρια! Μάτια-κάλυκες! Νύχια μαχαίρια! Νταής μες τους τέσσερις τοίχους μια ζωή. Αθλιότης, αθλιότης. Το τρένο θα φτάσει και θα'μαι ακόμα με τη στύση. Αθλιότης, αχρειότης, εμείς.